Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, έλλειμμα στρατηγικής και αδυναμία αξιοποίησης της προστιθέμενης αξίας ανέδειξε το webinar «Εθνική Στρατηγική για το Ελαιόλαδο: Προτεραιότητες, Προκλήσεις & Αναγκαίες Παρεμβάσεις» του ΙΝΑΓΡΟΚ, με τη συμμετοχή εξειδικευμένων στελεχών από όλο το φάσμα της ελαιοκομικής αλυσίδας. Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Εμμανουήλ Καρπαδάκης, Sensory Evaluation and Olive Oil Value Chain Expert της Melissa Kikizas (Terra Creta), ο Κωνσταντίνος Χαρτζουλάκης, γεωπόνος – ερευνητής και πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών Χανίων, ο Γιώργος Μητράκος, γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ), ο Γιώργος Κόκκινος, πρόεδρος του ΑΕΣ-ΟΠ Νηλέας και ο Βασίλειος Γκισάκης, ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας, ΕΛΓΟ – Δήμητρα.
Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεων αποτέλεσε η ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις σε εκπαίδευση, οργάνωση και προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου.
Ο κ. Καρπαδάκης υπογράμμισε ότι λιγότερο από το 1/3 της εγχώριας παραγωγής καταλήγει οργανωμένα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, με την εικόνα να επιδεινώνεται σε απομακρυσμένες περιοχές. Επισήμανε σοβαρό έλλειμμα εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας αξίας, από την παραγωγή έως την εμπορία, τονίζοντας ότι παραγωγοί και ελαιουργοί συχνά δεν γνωρίζουν τις σύγχρονες προδιαγραφές της αγοράς. Αν και η Ελλάδα παράγει υψηλό ποσοστό εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου σε χημικό επίπεδο, υστερεί οργανοληπτικά, γεγονός που περιορίζει τη διεθνή της αξία. Παράλληλα, ανέδειξε την υστέρηση στην προώθηση έναντι χωρών όπως η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες διαθέτουν εξειδικευμένα στελέχη για την προβολή των προϊόντων τους στο εξωτερικό.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κ. Κόκκινος χαρακτήρισε τον τομέα «ερασιτεχνικό», επισημαίνοντας ότι δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος τις τελευταίες δεκαετίες. Η μετάβαση στην τρίτη γενιά ελαιοπαραγωγών συνοδεύεται από σταδιακή αποδυνάμωση της σχέσης με την καλλιέργεια, εντείνοντας τον κίνδυνο εγκατάλειψης εκμεταλλεύσεων και αναδεικνύοντας τον γηρασμό του παραγωγικού δυναμικού ως κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα του κλάδου.
Ο κ. Μητράκος στάθηκε στο έλλειμμα εκπαίδευσης των καταναλωτών, οι οποίοι συχνά αγνοούν βασικές ποιοτικές διαφορές και στρέφονται στο χύμα προϊόν. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει το υψηλότερο κόστος παραγωγής μεταξύ των ελαιοπαραγωγικών χωρών, ενώ οι διεθνείς τιμές καθορίζονται κυρίως από Ισπανία και Ιταλία, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην απουσία αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων για παραγωγή, εξαγωγές και κατανάλωση, γεγονός που δυσχεραίνει τον σχεδιασμό πολιτικής. Κατέγραψε σημαντικά κενά στη χρηματοδότηση και περιορισμένη πρόσβαση επενδυτικών σχημάτων, ιδίως για επιχειρήσεις τυποποίησης.
Ο κ. Χαρτζουλάκης ανέδειξε τον κατακερματισμό της παραγωγής ως το βασικότερο πρόβλημα, συνδέοντάς τον με τη νοοτροπία μικρής ιδιοκτησίας, ενώ σημείωσε και την τεχνολογική υστέρηση του κλάδου. Στη συζήτηση επισημάνθηκε επίσης η αποσπασματικότητα, η απουσία συντονισμένης στρατηγικής και η υστέρηση στην προώθηση έναντι ανταγωνιστικών χωρών.
Πηγή: Foodreporter














