Το ελληνικό γιαούρτι συνεχίζει να ενισχύει τη θέση του στις διεθνείς αγορές, εξελισσόμενο σε μία από τις πλέον δυναμικές κατηγορίες των ελληνικών εξαγώγιμων τροφίμων.
Ωστόσο, η περαιτέρω ανάπτυξή του συνδέεται άμεσα με την προστασία της ταυτότητας
και της προστιθέμενης αξίας του προϊόντος,τη διαφοροποίησή του από τα προϊόντα τύπου Greek Style, καθώς και τη διασφάλιση επαρκούς εγχώριας παραγωγής γάλακτος.
Σήμερα, το ελληνικό γιαούρτι καταγράφει ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις, με τις εξαγόμενες ποσότητες να έχουν διπλασιαστείτα τελευταία χρόνια και να προσεγγίζουν
τους 200.000 τόνους. Η κατηγορία έχει πλέον εξελιχθεί σε βασική διατροφική επιλογή
για εκατομμύρια καταναλωτές διεθνώς, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της διατήρησης της αυθεντικότητας και της αξιοπιστίαςτου προϊόντος. Η αναγνωρισιμότητα των ελληνικών brands και η μακρά παράδοση τηςχώρας στην παραγωγή ποιοτικών γαλακτοκομικών προϊόντων λειτουργούν ως εγγύηση τόσο για τον διεθνή αγοραστή, όσο και για
τον τελικό καταναλωτή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συμβολή τουελληνικού γιαουρτιού στην εξωστρέφεια του
κλάδου τροφίμων. Επισημάνθηκε ότι ανάμεσα στα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα
της χώρας, ο κλάδος τροφίμων παραμένειένας από τους πλέον ανθεκτικούς, καταγράφοντας θετικές επιδόσεις ακόμη και σε περιόδους γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Το ελληνικό γιαούρτι έχει συμβάλει ουσιαστικά στηδιεθνή προβολή της ελληνικής διατροφής,ενισχύοντας συνολικά το brand Greece στιςαγορές του εξωτερικού.
Ωστόσο ο κλάδος υπογραμμίζει την ανάγκησαφούς διαχωρισμού μεταξύ του ελληνικούγιαουρτιού και των προϊόντων Greek Style.Όπως τονίστηκε, η διαφορά δεν αφορά μόνοτην ονομασία αλλά και τον τρόπο παραγωγής,τις πρώτες ύλες και τη σύνδεση του προϊόντος με την ελληνική γαλακτοπαραγωγή καιτη μεσογειακή διατροφή. Για τον λόγο αυτόκρίθηκε απαραίτητη η ενίσχυση των ενεργειών προβολής και ενημέρωσης των καταναλωτών, ώστε να κατανοούν τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο αυθεντικό ελληνικό
γιαούρτι και τις απομιμήσεις του.
Στο ίδιο πλαίσιο υπογραμμίστηκε ότι το ελληνικό γιαούρτι διαθέτει ήδη ισχυρή νομική προστασία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καμία επιχείρηση εκτός Ελλάδας δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τον όρο “ελληνικό γιαούρτι” για προϊόν που παράγεται σε άλλη χώρα. Αντίθετα,
επιτρέπεται η χρήση του όρου Greek Style,γεγονός που συνεχίζει να δημιουργεί προ-
κλήσεις στον ανταγωνισμό. Αναφέρθηκανμάλιστα περιπτώσεις ευρωπαϊκών χωρών
που επιχείρησαν να αξιοποιήσουν τον όρο”Greek Yogurt”, με αποτέλεσμα την παρέμβαση των ευρωπαϊκών θεσμών και τη διασφάλιση της ελληνικής θέσης.
Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση και στις αγορές τρίτων χωρών, όπου
δεν ισχύουν πάντα οι ίδιες ρυθμίσεις προστασίας. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε πρόσφατο περιστατικό εξαγωγών από ευρωπαϊκή χώρα προς αγορές εκτός ΕΕ, όπου χρησιμοποιήθηκαν παραπλήσιες ονομασίες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σύγχυση στους καταναλωτές. Η παρακολούθηση τέτοιων πρακτικών θεωρείται κρίσιμη για τη διαφύλαξη της αξίας του ελληνικού προϊόντος.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις δυνατότητες περαιτέρω διαφοροποίησης της κατηγορίας
μέσω νέων προϊόντων, όπως τα γιαούρτια υψηλής πρωτεΐνης, τα παιδικά προϊόντα και
άλλες καινοτόμες προτάσεις που ενισχύουν το ελληνικό αποτύπωμα στην αγορά. Σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, η καινοτομίαμπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά
στην προστασία του προϊόντος, διατηρώνταςτο ανταγωνιστικό σε μια αγορά που εξελίσ-
σεται συνεχώς.
Ένα ακόμη ζήτημα που τίθεται σε ό,τι αφορά το ελληνικό γιαούρτι αφορά και την κατοχύρωση του ελληνικού γιαουρτιού με καθεστώς Προστατευόμενης Γεωγραφικής
Ένδειξης ή άλλης μορφής ευρωπαϊκής προστασίας. Ωστόσο, η αγορά εκφράζει επιφυλάξεις σχετικά με τη δυσκολία μιας τέτοιας διαδικασίας, καθώς προϋποθέτει ευρεία συναίνεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και επηρεάζει σημαντικά οικονομικά συμφέροντα πολλών χωρών. Παρά τα εμπόδια, εκτιμήθηκε ότι η συζήτηση πρέπει να συνεχιστεί, καθώς
μια ενδεχόμενη επιπλέον κατοχύρωση θα ενίσχυε περαιτέρω τη θέση του προϊόντος
στις διεθνείς αγορές.
Καθοριστικός παράγοντας για τη μελλοντική ανάπτυξη του ελληνικού γιαουρτιού θεωρείται και η επάρκεια γάλακτος. Η παραγωγή περίπου 200.000 τόνων ελληνικού
γιαουρτιού απαιτεί πολλαπλάσιες ποσότητες πρώτης ύλης, γεγονός που αναδεικνύει τη
σημασία της στήριξης της πρωτογενούς παραγωγής. Σύμφωνα με τους παράγοντες του
κλάδου, η ενίσχυση της κτηνοτροφίας και ηδιαμόρφωση ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου για την αύξηση της παραγωγής γάλακτοςαποτελούν προϋποθέσεις για τη διατήρηση
της αναπτυξιακής δυναμικής του κλάδου.
Πηγή: Fnb Daily-Στέλλα Αυγουστάκη











