Του Χρήστου Γκόντια
Γυρνάω στον κάμπο απ’ το πρωί κι αν δεν το πω θα σκάσω, δεν θέλω να το παίξω έξυπνος, έτσι το βλέπω όμως.
Όταν κοπεί το χωράφι με το σιτάρι και μείνουν τα σάλματα (υπολείμματα από το στέλεχος της καλλιέργειας), αρχίζει το πανηγύρι για τους κτηνοτρόφους.
Τρακτέρ με δαγκάνες, καρότσες και φορτηγά πάνε κι έρχονται, σαν τα μερμήγκια μια αλυσίδα με ηλιοκαμένους ανθρώπους και εργαλεία έχει στηθεί.
Θέλουν ν αποθηκεύσουν τροφή για τα ζωντανά τους να ‘χουν να μασουλάνε το χειμώνα, μπας και μειωθεί λίγο το κοστολόγιο από τις τροφές.
«Αυτό το χόρτο είναι αέρας, φτωχό σε δύναμη, για να μασάει και να περνάει την ώρα του το ζώο», έλεγε ο παππούς μου κι είχε δίκιο.
Εμείς οι αγρότες δεν πρέπει να χρεώνουμε στους ανθρώπους αυτούς ούτε άγανο, ποτέ δεν το κάναμε γιατί είμαστε κυμπάρηδες και ξέρουμε από τυραννία, ανέχεια και αφραγκία.
Τα τελευταία χρόνια όμως κάτι πήρε τ’ αυτί μου για χρέωση.
Όταν τα δίνουμε σε κάποιον που τα εμπορεύεται, το καταλαβαίνω να κάνουμε συμφωνία, αλλά όχι στους κτηνοτρόφους, ρε παλικάρια.
Περνάν την πιο δύσκολη συγκυρία στο επάγγελμα, με κοπάδια να σφάζονται και να πουλιούνται στο πόδι, με ανθρώπους να πονάνε και να ματώνουν για τους κόπους μιας ζωής, όχι να τους χρεώνουμε κι εμείς.
Τους πουλάμε τα υπόλοιπα δημητριακά και θα ‘πρεπε να χουμε άμεση συνεργασία μαζί τους, αυτό ας το θεωρούμε μπόνους.
Μετά τ’ αλώνι, βάζουμε έναν πάσσαλο μ’ ένα άδειο τσουβάλι λίπασμα για σημάδι ανάμεσα στα χόρτα, όλοι ξέρουμε τον τρόπο και το δίνουμε σε όποιον κτηνοτρόφο το ζητήσει και μάλιστα με την καρδιά μας!
Σαν βλέπουμε έναν κάτω δεν τον τσαλαπατάμε, του δίνουμε το χέρι μας και τον σηκώνουμε.
Γιατί είμαστε ψυχάρες αγρότες και δεν μασάμε τέτοια.
Ούτε καν σάλματα…

“Αγροτικές ιστορίες Νο 474”