Η στροφή σε γιαούρτι και τυριά δημιουργεί ευκαιρίες εξαγωγών για τα ελληνικά premium προϊόντα
Η κινεζική αγορά γαλακτοκομικών δια-τηρεί σημαντικό μέγεθος και δημιουργεί ευκαιρίες για τους διεθνείς παραγωγούς, παρά τη σταδιακή υποχώρηση της εγχώ-ριας παραγωγής γάλακτος. Η παραγωγή υγρού γάλακτος στην Κίνα μειώθηκε από 41,97 εκατ. τόνους το 2023 σε 40,97 εκατ. το 2024 και 40,6 εκατ. το 2025, ενώ η κατανάλωση διαμορφώθηκε αντί-στοιχα σε 43,74 εκατ., 42,31 εκατ. και 42,15 εκατ. τόνους. Η διαφορά μεταξύ παραγωγής και κατα-νάλωσης διατηρεί ανάγκες για εισαγω-γές, κυρίως σε προϊόντα γάλακτος σε σκόνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γιαούρτι, με την αγορά να αποτιμάται σε 23,60 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2025 και να προβλέπεται ότι θα αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,98% έως το 2030. Παράλληλα, οι εισαγωγές τυριού αυξή-θηκαν από 173 χιλ. τόνους το 2024 σε 185 χιλ. τόνους το 2025.
Μικρή, αλλά με περιθώρια, η ελληνική παρουσία
Η Ελλάδα συμμετέχει στην κινεζική αγορά, ωστόσο οι εξαγωγές παραμένουν περιορισμένες και διαφοροποιούνται σημαντικά ανά κατηγορία. Το 2025 οι ελληνικές εξαγωγές τυριών και τυρο-πήγματος προς την Κίνα ανήλθαν σε €513.080 ευρώ, από €356.817 το 2024. Αντίθετα, οι εξαγωγές γάλακτος και κρέ-μας διαμορφώθηκαν σε €54.176, ενώ τα προϊόντα της κατηγορίας βουτυρόγαλα, γιαούρτι, κεφίρ και συναφή προϊόντα έφθασαν μόλις τα €60.170. Πολύ μεγα-λύτερη είναι η παρουσία της Ελλάδας στην κατηγορία του ορού γάλακτος. Οι εξαγωγές προς την Κίνα ανήλθαν σε 14,65 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 15,21 εκατ. ευρώ το 2024. Πρόκειται, ωστόσο, κυρίως για πρώτη ύλη που αξιοποιείται από την κινεζική βιομηχανία, με σημα-ντικό μέρος της προστιθέμενης αξίας να δημιουργείται στο στάδιο της μετα-ποίησης και της διάθεσης του τελικού προϊόντος. Για τα ελληνικά brands, το μεγαλύτερο περιθώριο φαίνεται να βρί-σκεται σε προϊόντα με ισχυρή ταυτότητα, όπως η φέτα και το στραγγιστό γιαούρτι. Η χαμηλή αναγνωρισιμότητα των ελλη-νικών brands στην Κίνα, όμως, απαιτεί επενδύσεις σε προβολή, προώθηση και δοκιμή προϊόντων. Παράλληλα, η μεγάλη απόσταση και οι απαιτήσεις διατήρησης της ψυκτικής αλυσίδας αυξάνουν το κόστος, περιορίζοντας την ανταγωνιστι-κότητα των φρέσκων προϊόντων.
Πηγή: Foodreporter









