Σε τροχιά ήπιας ανάπτυξης αλλά και έντονου ανταγωνισμού κινείται η αγορά του φρέσκου γάλακτος στην Ελλάδα, με τα στοιχεία της αγοράς να αποτυπώνουν μια κατηγορία που παραμένει κομβική για το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων. Η συνολική αγορά γάλακτος – συμπεριλαμβανομένων προϊόντων όπως το φρέσκο, το υψηλής παστερίωσης και το κεφίρ – καταγράφει συνολικές πωλήσεις αξίας 121,96 εκατ. ευρώ σε επίπεδο τριμήνου έως και τις 22 Μαρτίου του 2026, αυξημένες κατά 6,1% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρονιάς. Μέσα σε αυτή την κατηγορία, το φρέσκο γάλα διατηρεί τον πρωταγωνιστικό του ρόλο, με πωλήσεις 34,03 εκατ. ευρώ και αύξηση 3,3%.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή του φρέσκου γάλακτος στη συνολική εικόνα της αγοράς. Το φρέσκο γάλα εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική επιλογή των καταναλωτών, παρά τις πιέσεις που δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα και τις αλλαγές στις αγοραστικές συνήθειες. Πρόκειται για μια κατηγορία καθημερινής κατανάλωσης, στην οποία η τιμή, η εμπιστοσύνη στο brand, η διαθεσιμότητα στο ράφι και η αντίληψη ποιότητας παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Στην κορυφή της αγοράς βρίσκονται τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία εμφανίζονται ως ο ισχυρότερος «παίκτης» στο φρέσκο γάλα. Στον τομέα της ιδιωτικής ετικέτας ο ανταγωνισμός μεταξύ των αλυσίδων σούπερ μάρκετ είναι ιδιαίτερα έντονος, δεδομένου ότι πραγματοποιούν «μάχη» σε επίπεδο τιμών για να προσελκύσουν τους καταναλωτές. Οι πωλήσεις φρέσκου γάλακτος ιδιωτικής ετικέτας στο διάστημα αναφοράς του πρώτου τριμήνου ανέρχονται σε 8,24 εκατ. ευρώ με μερίδιο 24,2% και αύξηση πωλήσεων σε αξία κατά 5,7% σε ετήσια βάση. Η επίδοση αυτή επιβεβαιώνει τη δυναμική των private label προϊόντων, τα οποία έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της αναζήτησης πιο οικονομικών λύσεων από τα νοικοκυριά. Στο φρέσκο γάλα, όπου η αγορά είναι συχνή και επαναλαμβανόμενη, η διαφορά τιμής μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την τελική επιλογή του καταναλωτή.
Πίσω από την ιδιωτική ετικέτα ακολουθούν οι μεγάλοι επώνυμοι παίκτες της αγοράς, με τη Δέλτα και τον Όλυμπο να παραμένουν στις πρώτες θέσεις, αν και εμφανίζουν απώλειες. Η Vivartia καταγράφει πωλήσεις 4,01 εκατ. ευρώ και μερίδιο 11,79%, παρουσιάζοντας πτώση 5,7%. Αντίστοιχα, ο Όλυμπος διαμορφώνει πωλήσεις στα 3,87 εκατ. ευρώ, με μερίδιο 11,38% και υποχώρηση 6,6%. Παρά την κάμψη, οι δύο εταιρείες εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς πυλώνες της κατηγορίας, έχοντας ισχυρή αναγνωρισιμότητα, ευρεία διανομή και μακροχρόνια παρουσία στην ελληνική αγορά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδοση της Φάρμα Κουκάκη, η οποία εμφανίζεται ως ένας από τους μεγάλους κερδισμένους της περιόδου. Με πωλήσεις 3,56 εκατ. ευρώ, μερίδιο 10,47% και αύξηση 21,1% των πωλήσεων σε ένα χρόνο, η εταιρεία ενισχύει αισθητά τη θέση της απέναντι στους παραδοσιακά ισχυρούς ανταγωνιστές. Η άνοδος αυτή δείχνει ότι η αγορά δεν κινείται μόνο με βάση την τιμή, αλλά και με κριτήρια που σχετίζονται με την εικόνα ποιότητας, την ελληνικότητα, την προέλευση και τη διαφοροποίηση του προϊόντος.
Σημαντική παρουσία διατηρούν και άλλοι ελληνικοί και περιφερειακοί παίκτες. Η ΕΒΟΛ καταγράφει πωλήσεις 1,91 εκατ. ευρώ, με μερίδιο 5,62% και αύξηση 12,1%, ενώ η ΣΕΡΓΑΛ φτάνει τα 1,87 εκατ. ευρώ, με μερίδιο 5,5% και άνοδο 9%. Θετικά κινείται και η Τρίκκη, με πωλήσεις 1,11 εκατ. ευρώ και αύξηση 13,6%, ενώ η Νεογάλ ενισχύεται κατά 9,4%, φτάνοντας τις 938,9 χιλ. ευρώ στο φετινό τρίμηνο. Η Δωδώνη, με πωλήσεις 867,3 χιλ. ευρώ, καταγράφει αύξηση 3,3%.
Αντίθετα, η ΜΕΒΓΑΛ παρουσιάζει τη μεγαλύτερη υποχώρηση μεταξύ των βασικών παικτών. Οι πωλήσεις της περιορίζονται σε 1,59 εκατ. ευρώ, με μερίδιο 4,68% και πτώση 30,7%. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τις πιέσεις που μπορεί να δεχθεί ακόμη και ένα αναγνωρίσιμο brand σε μια αγορά όπου οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς και η μάχη για το ράφι ιδιαίτερα έντονη.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι το φρέσκο γάλα παραμένει μια ώριμη αλλά όχι στάσιμη αγορά. Η ιδιωτική ετικέτα έχει πλέον ξεκάθαρο προβάδισμα, οι μεγάλοι επώνυμοι παίκτες καλούνται να υπερασπιστούν τα μερίδιά τους, ενώ μικρότερες γαλακτοβιομηχανίες και συνεταιριστικά σχήματα κερδίζουν έδαφος. Η τοπικότητα, η εμπιστοσύνη, η σχέση ποιότητας-τιμής και η σταθερή παρουσία στα δίκτυα λιανικής αναδεικνύονται σε κρίσιμους παράγοντες για την επόμενη ημέρα της κατηγορίας.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η αγορά του φρέσκου γάλακτος στην Ελλάδα φαίνεται να περνά σε μια νέα φάση ισορροπιών. Η κατανάλωση παραμένει ισχυρή, αλλά οι επιλογές των νοικοκυριών γίνονται πιο προσεκτικές. Σε αυτό το περιβάλλον, οι εταιρείες που θα καταφέρουν να συνδυάσουν ανταγωνιστική τιμή, ποιότητα, αξιοπιστία και ισχυρή παρουσία στο ράφι θα είναι εκείνες που θα διαμορφώσουν τους όρους του ανταγωνισμού τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: thetotalbusiness.gr












