Η ελαιοκομική περίοδος 2025-2026 στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται με μειούμενη παραγωγή αλλά ενισχυμένες εξαγωγές. Στην Ελλάδα, η παραγωγή ελαιολάδου αναμένεται να φτάσει τους 200.000 τόνους, καταγράφοντας μείωση περίπου 20% λόγω ξηρασίας και προσβολών από ασθένειες. Παράλληλα, η εσωτερική κατανάλωση στην ΕΕ παρουσιάζει συρρίκνωση, ενώ οι εξαγωγές αναμένεται να αυξηθούν στους 780.000 τόνους. Αυτή η τάση αντανακλά τη στροφή της αγοράς προς προϊόντα υψηλής ποιότητας και premium επιλογές, όπως τα εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, ενισχύοντας διεθνώς τη θέση του ελληνικού ελαιολάδου.
Στα τέλη Ιανουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της για τον ελαιοκομικό τομέα σε Ευρώπη και παγκόσμιο επίπεδο. Με βάση τα στοιχεία, η συνολική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπεται να φτάσει τους 2.046.000 τόνους, έναντι 2.110.000 τόνων την περίοδο 2024-2025. Αναλυτικότερα, η Ισπανία αναμένεται να παράγει 1.372.000 τόνους, σημειώνοντας μείωση κατά 3% σε σχέση με πέρυσι.
Η Ιταλία εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 310.000 τόνους, καταγράφοντας σημαντική αύξηση 25%, αποτέλεσμα των ευνοϊκότερων καιρικών συνθηκών και της σταθεροποίησης των ελαιώνων. Αντίθετα, η Ελλάδα προβλέπεται να περιοριστεί στους 200.000 τόνους, με πτώση περίπου 20%, κυρίως λόγω ξηρασίας και εντονότερων προσβολών από ασθένειες. Η Πορτογαλία αναμένεται να παράγει περίπου 150.000 τόνους, σημειώνοντας μείωση 15%, ενώ οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ θα συνεισφέρουν συνολικά περίπου 14.000 τόνους, ακολουθώντας επίσης πτωτική τάση.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Ελαιόλαδου (ΔΟΕΠΕΛ), Μανώλη Γιαννούλη, η μέση πανελλαδική τιμή παραγωγού διαμορφώνεται στα 4,50 ευρώ ανά κιλό, ενώ στο ράφι η τιμή εκκίνησης για φιάλη 1 λίτρου κυμαίνεται μεταξύ 7 και 8 ευρώ. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει το συνολικό κόστος τυποποίησης και logistics, τα εμπορικά περιθώρια, καθώς και την επίδραση των προωθητικών ενεργειών στη διαμόρφωση της τελικής τιμής.
ΑΥΞΗΣΗ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ, ΜΕΙΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των εμπορικών ροών και των αποθεμάτων ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εξαγωγές προς τρίτες χώρες εκτιμάται ότι θα φτάσουν τους 780.000 τόνους για την περίοδο 2025–2026, αυξημένες σε σχέση με τους 747.000 τόνους της προηγούμενης περιόδου. Αντίθετα, η εσωτερική κατανάλωση στην ΕΕ υποχωρεί στους 1.417.000 τόνους, από 1.469.000 τόνους το 2024–2025, καταγράφοντας πτώση περίπου 3,5%.
Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των Ευρωπαίων καταναλωτών, ιδιαίτερα στις ελαιοπαραγωγικές χώρες του Νότου. Παράλληλα, η προώθηση του έξτρα παρθένου ελαιολάδου σε συνδυασμό με τη σχετική υποτίμηση των παρθένων και κουπέ ελαιολάδων φαίνεται ότι επηρεάζει τις καταναλωτικές επιλογές.
Στο μεταξύ, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες παρουσιάζουν ήπια αύξηση και φτάνουν τους 190.000 τόνους, ενισχύοντας τη συνολική διαθεσιμότητα στην ευρωπαϊκή αγορά. Ως αποτέλεσμα, τα τελικά αποθέματα στο τέλος της περιόδου 2025–2026 εκτιμώνται στους 411.000 τόνους, αυξημένα σε σχέση με τους 372.000 τόνους της προηγούμενης χρονιάς, επίπεδο κατά 10,4% υψηλότερο από το 2024–2025, προσφέροντας σχετική σταθερότητα στην αγορά. Ωστόσο, αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις των Ισπανών παραγωγών για υποχώρηση της παραγωγής στους 1.200.000 τόνους, τα διαθέσιμα αποθέματα θα περιοριστούν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, μόλις 211.000 τόνων.
Σχετικά με την εξέλιξη των τιμών, μέχρι σήμερα έχει επιβεβαιωθεί η εκτίμηση πως δεν υπάρχουν μεγάλες προοπτικές ανόδου των τιμών του ελαιολάδου για τους παραγωγούς. Κι αυτό γιατί οι έμποροι και οι τυποποιητές δεν είναι πρόθυμοι να δημιουργήσουν μεγάλα αποθέματα. Επιπλέον, οι καιρικές συνθήκες του φετινού χειμώνα σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου διαμορφώνουν τις συνθήκες για μια πολύ υψηλή παραγωγή ελαιολάδου την επόμενη ελαιοκομική περίοδο. Μόνο σημειακά και κατά διαστήματα μπορούν να δημιουργηθούν συνθήκες ανόδου των τιμών, ως αποτέλεσμα πρόσκαιρων ελλειμμάτων στην αγορά.
«Η αγορά επιλέγει πιστοποίηση και αυθεντικότητα»

«Η συνολική επιλογή των καταναλωτών για ποιοτικό τυποποιημένο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο σε συνδυασμό με την άνοδο της μεσογειακής διατροφής, οδηγεί σε μια ξεκάθαρη στροφή της αγοράς προς προϊόντα ανώτερης ποιότητας. Οι καταναλωτές δεν αναζητούν πλέον μόνο χαμηλή τιμή, αλλά δίνουν έμφαση στην ποιότητα, την πιστοποίηση και την ασφάλεια του προϊόντος. Για εμάς στην Terra Creta οι παράγοντες αυτοί είναι πολύ σημαντικοί γιατί καθορίζουν όχι μόνο το παρόν αλλά και το μέλλον της στρατηγικής μας. Η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικό, αυθεντικό και πιστοποιημένο ελαιόλαδο επιβεβαιώνει τη δική μας επιλογή να επενδύουμε συστηματικά στην ποιότητα, στη βιώσιμη καλλιέργεια και στη διαφάνεια σε κάθε στάδιο της παραγωγής του εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου μας».
Μαριαλένα Λημναίου, Marketing Director, Melissa-Kikizas
«Αυξάνεται η ζήτηση για εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο»

«Η μεγαλύτερη ζήτηση παρατηρείται στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, κυρίως λόγω της υψηλής διατροφικής του αξίας και της αυξημένης ζήτησης σε προϊόντα ανώτερης ποιότητας. Πλέον παρατηρείται ότι οι καταναλωτές δίνουν έμφαση στην προέλευση, την πιστοποίηση και τα ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά στοιχεία που ενισχύουν την προστιθέμενη αξία της συγκεκριμένης κατηγορίας».
Γιώργος Χάϊτας, Head of Dry Food Purchasing Department, Μασούτης
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΣΤΟ ΡΑΦΙ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Circana, η σύγκριση 2025-2024 καταγράφει σαφή ανακατανομή μεταξύ αξίας και όγκου στην κατηγορία ελαιολάδου. Σε επίπεδο αξίας, το 2025 διαμορφώθηκε στα 119,1 εκατ. ευρώ, μειωμένο κατά 20,5% έναντι των 149,7 εκατ. ευρώ του 2024. Αντίθετα, ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε κατά 18%, εξέλιξη που συνδέεται με την αποκλιμάκωση της μέσης τιμής και την επαναφορά της κατανάλωσης. Σημειώνεται ότι το 2024 αποτέλεσε έτος κορύφωσης για την κατηγορία σε όρους αξίας.
Στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, η αξία πωλήσεων το 2025 διαμορφώθηκε στα 38 εκατ. ευρώ, μειωμένη κατά 25% σε σχέση με τα 50,6 εκατ. ευρώ του 2024. Σε επίπεδο όγκου, καταγράφηκε αύξηση 13,4%, γεγονός που ενισχύει το μερίδιο της ιδιωτικής ετικέτας σε λίτρα και επιβεβαιώνει τη διατήρηση της ζήτησης σε οικονομικότερες επιλογές.
Την εικόνα της αγοράς επιβεβαιώνει και η ΑΒ Βασιλόπουλος, με στέλεχός της να αναφέρει ότι, λόγω του έντονου αποπληθωρισμού, οι πωλήσεις σε αξία κινήθηκαν αρνητικά στο σύνολο της αγοράς, ενώ οι όγκοι παρέμειναν σταθεροί. Πάνω από το 60% των πωλήσεων αφορά το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ενώ το υπόλοιπο μερίδιο κατανέμεται κυρίως στο ραφινέ και σε μικρότερο βαθμό στο πυρηνέλαιο.
Από την πλευρά της Μασούτης, ο Γιώργος Χάϊτας, Head of Dry Food Purchasing Department, σημειώνει ότι το 2025 καταγράφηκε πτώση τιμών σε σύγκριση με το 2024, εξέλιξη που οδήγησε σε αύξηση των πωλήσεων σε λίτρα και σε ενίσχυση της προωθητικής δραστηριότητας. Όπως επισημαίνει «η αποκλιμάκωση των τιμών συνέβαλε στην ομαλοποίηση της κατανάλωσης μετά την έντονη επιβάρυνση της προηγούμενης χρονιάς. Συνολικά, η κατηγορία ελαίων αντιπροσωπεύει περίπου το 2% του συνολικού κύκλου εργασιών της εταιρείας, με τα ελαιόλαδα να καλύπτουν περίπου 1,4%, διατηρώντας το μεγαλύτερο μερίδιο εντός της κατηγορίας».
ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ Η ΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΞΑΓΩΓΕΣ
Η μεγαλύτερη ζήτηση στην κατηγορία του ελαιόλαδου παρατηρείται στο εξαιρετικό παρθένο, κυρίως λόγω της υψηλής διατροφικής του αξίας και της αυξημένης ζήτησης για προϊόντα ανώτερης ποιότητας. Όπως σημειώνει η Μαριαλένα Λημναίου, Marketing Director της Melissa-Kikizas, «Το ελαιόλαδο είναι μία κατηγορία που συνεχίζει να αναπτύσσεται, με το εξαιρετικό παρθένο να οδηγεί αυτή την ανάπτυξη, αποτελώντας το 70% του τυποποιημένου ελαιόλαδου στο οργανωμένο λιανεμπόριο. Πρόκειται για ένα προϊόν-σύμβολο της ελληνικής διατροφής, που ανταποκρίνεται στην αυξημένη καταναλωτική συνείδηση γύρω από την ισορροπημένη διατροφή και την κατανάλωση αγνών προϊόντων υψηλής ποιότητας. Οι τάσεις αυτές ενισχύουν και τη ζήτηση του εξαιρετικού παρθένου στις διεθνείς αγορές, με τις εξαγωγές να παρουσιάζουν εντυπωσιακή ανάπτυξη».
Στην ελληνική αγορά, το 2025 σημειώθηκε αύξηση κυρίως στις μεγάλες συσκευασίες, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα και στις τουριστικές περιοχές, όπου η ζήτηση για ποιοτικά προϊόντα είναι πιο έντονη. Σύμφωνα με τον κ. Χάϊτα της Μασούτης «οι καταναλωτές πλέον δίνουν έμφαση στην προέλευση, στην πιστοποίηση και στα ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά που ενισχύουν την προστιθέμενη αξία της συγκεκριμένης κατηγορίας». Η προτίμηση αυτή δείχνει ότι η αγορά κινείται πλέον προς προϊόντα με σαφή ταυτότητα και υψηλή ποιότητα, στοιχεία που καθιστούν το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο σημαντικό πυλώνα της ελληνικής διατροφής και του λιανεμπορίου.
ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η στροφή προς premium και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο εντείνεται συνεχώς, καθώς αυξάνεται η ζήτηση για προϊόντα υψηλής ποιότητας, πιστοποιημένα και με αυθεντική προέλευση. Παράλληλα, η αγορά δείχνει έντονο ενδιαφέρον για καινοτομία και βιώσιμες λύσεις, δίνοντας έμφαση σε φιλικές προς το περιβάλλον συσκευασίες και νέα προϊόντα που συνδυάζουν γεύση και φυσικά συστατικά. Αυτές οι τάσεις αναδεικνύουν τη δυναμική του κλάδου και το συνεχώς εξελισσόμενο προφίλ του σύγχρονου καταναλωτή. Όπως επισημαίνει η κ. Λημναίου της Melissa-Kikizas, «Η στροφή προς premium και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο ενισχύεται συνεχώς, με έμφαση στην ποιότητα, την προέλευση και τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, αυξάνεται η ζήτηση για πιστοποιημένα προϊόντα (Π.Ο.Π., Π.Γ.Ε.), καθώς οι καταναλωτές αναζητούν διαφάνεια και αυθεντικότητα από προϊόντα που αναδεικνύουν την ταυτότητα κάθε περιοχής.
Σε επίπεδο καινοτομίας, ξεχωρίζουν οι επενδύσεις στην ιχνηλασιμότητα μέσω ψηφιακών εργαλείων, οι βιώσιμες συσκευασίες, καθώς και τα infused προϊόντα ελαιόλαδου με φυσικά εκχυλισμένα συστατικά (π.χ. βασιλικός, λεμόνι, σκόρδο), που προσφέρονται για ποικίλες περιστάσεις απόλαυσης του εξαιρετικού παρθένου. Τέλος, η χρήση νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και η προσαρμογή στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής αποτελούν βασικό άξονα εξέλιξης του κλάδου».
ΣΤΑΘΕΡΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΟΣ ΕΕ
Στον τομέα της παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνολική ποσότητα για το 2025-2026 εκτιμάται στους 1.384.000 τόνους, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 5% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Σε επίπεδο χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τυνησία αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό μοχλό αύξησης της παραγωγής, φτάνοντας τους 450.000 τόνους, με άνοδο 32% σε ετήσια βάση. Το Μαρόκο εκτιμάται ότι θα αγγίξει τους 160.000 τόνους, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή αύξηση 78%, αποτέλεσμα των επενδύσεων σε σύγχρονες καλλιέργειες. Αντίθετα, η Τουρκία προβλέπεται να υποχωρήσει σημαντικά, περιοριζόμενη στους 290.000 τόνους, με μείωση 43%, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και μειωμένης καρποφορίας. Η Συρία αναμένεται να κινηθεί στους 95.000 τόνους, παρουσιάζοντας μικρή πτώση 10%, ενώ οι λοιπές τρίτες χώρες εκτιμάται ότι θα παράγουν συνολικά περίπου 389.000 τόνους, με ελαφρά υποχώρηση 8%.
Πηγή: Ελισάβετ Παπαπούλιο / Σελφ Σέρβις















