Το πρώτο «σήμα» ήρθε ήδη από τις επιδόσεις του 2026. Στο πρώτο εξάμηνο, οι ελληνικές εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών υποχώρησαν κατά 0,99% σε αξία και κατά 2,25% σε όγκο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ανακόπτοντας την ανοδική πορεία των προηγούμενων ετών.
Η εικόνα αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο της ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταποιητών, Τυποποιητών και Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ) στη Λάρισα. Οι εκπρόσωποι του κλάδου εμφανίστηκαν συγκρατημένα αισιόδοξοι για τη νέα εσοδεία, χωρίς όμως να υποβαθμίζουν τους κινδύνους που δημιουργούν το υψηλό κόστος και ο διεθνής ανταγωνισμός.
Εξαγωγές 872 εκατ. ευρώ και άνοδος 115% σε μία δεκαετία
Η μικρή υποχώρηση του 2026 έρχεται έπειτα από μια δεκαετία ισχυρής ανάπτυξης της εξαγωγικής δραστηριότητας.
Το 2025 οι εξαγωγές ελληνικής επιτραπέζιας ελιάς ανήλθαν σε 872 εκατ. ευρώ, με τις ποσότητες να φτάνουν τους 282.000 τόνους. Σε βάθος δεκαετίας, η αξία των εξαγωγών έχει αυξηθεί κατά 115%, ενώ ο εξαγόμενος όγκος έχει ενισχυθεί κατά 61%.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη θέση που έχει αποκτήσει το ελληνικό προϊόν στις διεθνείς αγορές, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουν και την υψηλή εξάρτηση του κλάδου από τη ζήτηση στο εξωτερικό. Με περισσότερο από εννέα στα δέκα προϊόντα της ελληνικής παραγωγής να εξάγονται, οποιαδήποτε μεταβολή στις διεθνείς εμπορικές συνθήκες επηρεάζει άμεσα παραγωγούς, μεταποιητές και εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τόσο η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας όσο και η δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να απορροφούν τις αυξήσεις του κόστους χωρίς να χάνουν μερίδια στις ξένες αγορές.
Το υψηλό κόστος «ροκανίζει» τα περιθώρια των επιχειρήσεων
Ακριβώς στο μέτωπο του κόστους εντοπίζεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένες δαπάνες σε ολόκληρη σχεδόν την αλυσίδα παραγωγής και διάθεσης, από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες έως τα υλικά συσκευασίας και τις μεταφορές.
Στις πιέσεις προστίθεται το αυξημένο μισθολογικό κόστος, με αποτέλεσμα να περιορίζονται τα περιθώρια κερδοφορίας και, κατ’ επέκταση, οι δυνατότητες περαιτέρω εξαγωγικής ανάπτυξης.
Η ΠΕΜΕΤΕ εστιάζει παράλληλα και στην πρωτογενή παραγωγή, επισημαίνοντας ότι το κόστος επιβαρύνεται από την περιορισμένη αξιοποίηση σύγχρονων μεθόδων στην ελαιοκαλλιέργεια. Ο εκσυγχρονισμός της παραγωγικής διαδικασίας αναδεικνύεται έτσι σε κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού προϊόντος.
Στις βασικές προτεραιότητες του κλάδου εντάσσονται η αποκλιμάκωση του ενεργειακού και μη μισθολογικού κόστους, η επιτάχυνση των επενδυτικών σχεδίων και η δημιουργία Μητρώου Συσκευαστηρίων Επιτραπέζιων Ελιών.
Παράλληλα, ζητούνται ίσοι όροι ανταγωνισμού στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές και συνολικότερος εκσυγχρονισμός της πρωτογενούς παραγωγής, ώστε να περιοριστούν οι παράγοντες που αυξάνουν το κόστος πριν ακόμη το προϊόν φτάσει στη μεταποίηση και την εξαγωγή.
Ευρωπαϊκό μέτωπο Ελλάδας, Ισπανίας και Ιταλίας
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ελληνικός κλάδος επιχειρεί να ενισχύσει και τη θεσμική παρουσία του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Κατά τη Γενική Συνέλευση έγινε ιδιαίτερη αναφορά στην επίσημη ίδρυση της European Federation of Olive Industry (EFOI), της νέας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ελαιοκομίας, στην οποία συμμετέχει ενεργά η ΠΕΜΕΤΕ.
Στο νέο σχήμα συμπράττουν οι αντίστοιχες οργανώσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας, ASEMESA και ASSOM, με στόχο τη συγκρότηση ενιαίας ευρωπαϊκής εκπροσώπησης για τον κλάδο της επιτραπέζιας ελιάς.
Η δημιουργία κοινού μετώπου μεταξύ τριών σημαντικών ελαιοπαραγωγικών χωρών αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα υψηλότερο παραγωγικό κόστος, εντονότερο διεθνή ανταγωνισμό και μεταβαλλόμενες εμπορικές συνθήκες.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Με περισσότερο από το 90% της παραγωγής να βρίσκει αγοραστές εκτός συνόρων και τις εξαγωγές να έχουν υπερδιπλασιαστεί σε αξία μέσα σε μία δεκαετία, η διατήρηση της δυναμικής της επιτραπέζιας ελιάς αποτελεί πλέον ζήτημα όχι μόνο παραγωγής, αλλά κυρίως διεθνούς ανταγωνιστικότητας.
Πηγή: financenews.gr









