Tο τυρί αποτελεί διαχρονικό πυλώνα της γαλλικής γαστρονομικής κουλτούρας, με την κατά κεφαλήν κατανάλωση στα 27 κιλά ετησίως. Ωστόσο, η γαλλική αγορά, η οποία το 2025 έφτασε σε λιανική αξία τα 11,4 δισ. ευρώ, διέρχεται σε μια βαθιά μεταβολή. Οι παραδοσιακές συνήθειες υποχωρούν λόγω πληθωρισμού, και μέσα σε αυτό το ρευστό σκηνικό, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε έναν εξαιρετικά υπολογίσιμο εμπορικό εταίρο, καταλαμβάνοντας την 7η θέση μεταξύ των προμηθευτών της χώρας.
Η «αποκαθήλωση» του παραδοσιακού πλατό και το «κύμα» της φέτας
Η μεγαλύτερη ανατροπή που καταγράφεται στη γαλλική αγορά είναι η σταδιακή απομάκρυνση των καταναλωτών από το τελετουργικό του πλατό τυριών στο τέλος του γεύματος. Εμβληματικά γαλλικά τυριά ΠΟΠ δέχονται ισχυρές πιέσεις, με το roquefort να καταγράφει πτώση 11% στον όγκο αγορών του το 2024, ενώ συνολικά τα μαλακά τυριά υποχώρησαν κατά 5,6%. Στον αντίποδα, οι Γάλλοι στρέφονται μαζικά στα λεγόμενα «τυριά-συστατικά» (fromages ingrédients), τα οποία ενσωματώνονται απευθείας στη μαγειρική, σε σαλάτες ή σε λύσεις γρήγορου γεύματος.
Αυτή ακριβώς η τάση αποτελεί το «χρυσό διαβατήριο» για τα ελληνικά τυροκομικά. Η κατηγορία των φρέσκων αλμυρών τυριών άλμης, όπου κυριαρχεί η Φέτα ΠΟΠ, σημείωσε άνοδο 3,6% το 2024, φτάνοντας τους 6.990 τόνους. Η δυναμική της αυθεντικής ελληνικής φέτας είναι τόσο έντονη που ανάγκασε ακόμη και γαλλικούς κολοσσούς, όπως ο όμιλος Lactalis, να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους. Με το λανσάρισμα της αυθεντικής Feta AOP Salakis από 100% ελληνικό γάλα, η γαλλική βιομηχανία υποκλίθηκε στην απαίτηση του καταναλωτή για απόλυτη ιχνηλασιμότητα, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα κυρίαρχο ρεύμα στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Για την ελληνική γαλακτοβιομηχανία, η γαλλική αγορά απαιτεί πλέον μια διπλή προσέγγιση. Από τη μία πλευρά, η Φέτα ΠΟΠ έχει εδραιωθεί τόσο στην οργανωμένη λιανική όσο και στο κανάλι της μαζικής εστίασης, το οποίο έχει ανακάμψει πλήρως, αγγίζοντας σε αξία το 1,58 δισ. ευρώ. Οι έτοιμοι κύβοι φέτας και οι πρακτικές συσκευασίες των 150 γραμμαρίων αποτελούν ιδανικές λύσεις για τα σύγχρονα, μικρότερα γαλλικά νοικοκυριά που αναζητούν ευκολία και υψηλή πρωτεΐνη. Από την άλλη πλευρά, τα ελληνικά σκληρά τυριά, με επικεφαλής τις προβεβλημένες Γραβιέρες (Κρήτης και Νάξου ΠΟΠ), ακολουθούν μια τελείως διαφορετική, premium τροχιά. Σε μια αγορά όπου τα εγχώρια σκληρά τυριά όπως το Comté και το Emmental κυριαρχούν, η ελληνική γραβιέρα δεν ανταγωνίζεται σε όγκους, αλλά σε αξία. Τοποθετείται σε εξειδικευμένα τυροπωλεία (épiceries fines) και gourmet wine bars, με τη λιανική της τιμή να ξεπερνά τα 30 ευρώ ανά κιλό, απευθυνόμενη σε ένα εκλεκτικό κοινό. Με τις ελληνικές εξαγωγές να προσεγγίζουν τα 87,5 εκατ. ευρώ το 2025, το στοίχημα για το μέλλον είναι η διατήρηση της ποιότητας και η ανάδειξη του «terroir» των ελληνικών προϊόντων.

Πώς η Ελλάδα βγαίνει κερδισμένη από το αρνητικό κλαδικό ισοζύγιο της Γαλλίας σε τυροκομικά και ψάρια
Αξιοσημείωτο γεγονός στη Γαλλία είναι η ανάκαμψη της αξίας κατανάλωσης τροφίμων κατά 1%, όπως προκύπτει από τα δεδομένα του εντατικού λιανεμπορίου για το δωδεκάμηνο 2025 που επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο INSEE της Μοντρούζ για τη γαλλική λιανική. Ο πληθωρισμός επέτρεψε ανάπτυξη, έπειτα από τρία χρόνια πτώσης. Ετησίως διαμορφώθηκε σε 0,9% το 2025. Η αύξηση σε εισαγωγές αγαθών, κατά 0,7%, συγκριτικά με το 2024, στα 683,9 δισ. ευρώ συνδέθηκε με προϊόντα αγροδιατροφής, έπειτα από αεροναυπηγικές κατασκευές και φάρμακα. Το παραπάνω γεγονός οδήγησε σε νέο ιστορικό χαμηλό το κλαδικό ισοζύγιο πληρωμών αγροδιατροφής, κατά 4,9 δισ. ευρώ, που καταδεικνύει ότι οι Γάλλοι περισσότερο εισάγουν παρά εξάγουν αγροδιατροφικά προϊόντα: Κρέας, κακάο, σοκολάτα, εισαγωγές που έγιναν σε πολύ υψηλότερες τιμές ανά κιλό το 2025, σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Το νωπό βόειο κρέας που αγοράστηκε από το γαλλικό λιανεμπόριο το 2025 είχε αξία κατά 2,5% αυξημένη σε σχέση με το 2024, φθάνοντας τα 231,7 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με το Γραφείο ΟΕΥ, μειώθηκαν οι εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων από Γερμανία και Ισπανία. Αντίθετα, οι ελληνικές εξαγωγές τυριού αυξήθηκαν κατά 23,3%, στα 99,9 εκατ. ευρώ, το
ελληνικό γιαούρτι κατά 27,5%, στα 28,7 εκατ. ευρώ, τα νωπά ψάρια κατά 8,03%, στα 83,5 εκατ. ευρώ (κατά 92,09% τα έτοιμα φιλεταρισμένα πρασκευάσματα ιχθυηρών, στα 25,58 εκατ. ευρώ) και τα προπαρασκευασμένα λαχανικά, μαζί με επιτραπέζιες ελιές κατά 55,35% στα 25,41 εκατ. ευρώ.
Ποια ελληνικά τρόφιμα ενισχύονται, ποια κατακρημνίζονται
Μειώθηκαν ραγδαία οι εξαγωγές κομπόστας, κατά 123%, στα 42 εκατ. ευρώ, οι εξαγωγές εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου κατά 10,3%, στα 16,3 εκατ. ευρώ και οι εξαγωγές ελληνικών οίνων, κατά 30,3%, στα 3,9 εκατ. ευρώ, που κυρίως έχουν να κάνουν με αντικατάσταση κωδικών κρασιού με αντίστοιχους γαλλικούς. Η εντοπιότητα οίνου -και όχι μόνο- αποτελεί τάση στη Γαλλία. Άλλωστε, 2.820 τοπικές επιχειρήσεις, με μεγάλο μερίδιο από αυτές να αφορά οινοποιεία, είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με αγοραστές, ντόπιους και ξένους. «Τα ελληνικά προϊόντα αγροδιατροφής συνεχίζουν να ενισχύουν τη θέση τους, με ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις σε προϊόντα ιχθυοκαλλιέργειας, φέτα, παρασκευάσματα φρούτων και λαχανικών, επιτραπέζιες ελιές, γαλακτοκομικά. Παρά τον έντονο ανταγωνισμό από μεσογειακές χώρες και τρίτες αγορές, διαπιστώνεται αυξανόμενο ενδιαφέρον των Γάλλων καταναλωτών για προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, βιολογικής παραγωγής και ποιοτικά προϊόντα έτοιμης κατανάλωσης ελληνικής προέλευσης, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές προοπτικές για τις ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου. Η αυξημένη παρουσία τους σε σούπερ μάρκετ και delicatessen αποδεικνύει αυξανόμενο ενδιαφέρον του γαλλικού καταναλωτικού κοινού», αναφέρεται στην έκθεση του Γραφείου ΟΕΥ Παρισίων. Πέραν της περαιτέρω προώθησης των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων, οι δράσεις του Γραφείου αποσκοπούν στη διεύρυνση βάσης των ελληνογαλλικών οικονομικών σχέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση σε υψηλή προστιθέμενη αξία, καινοτομία, τεχνολογική ανάπτυξη
Πηγή: Foodreporter








