Η ωρίμανση του καρπού πλησιάζει και μαζί αυξάνεται η ανάγκη για παρακολούθηση, ιδιαίτερα σε ελαιώνες με ιστορικό προσβολώ
Ο Αύγουστος δεν σημαίνει ότι κάθε ελαιώνας βρίσκεται ήδη σε υψηλό κίνδυνο από την ανθράκωση της ελιάς, αποτελεί όμως την κατάλληλη περίοδο για να ξεκινήσει πιο συστηματική παρακολούθηση της καλλιέργειας. Καθώς ο ελαιόκαρπος πλησιάζει στην ωρίμανση, οι συνθήκες που θα επικρατήσουν από το τέλος του καλοκαιριού και κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου μπορούν να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της ασθένειας.
Η ανθράκωση, γνωστή και ως γλοιοσπόριο ή παστέλλα, προκαλείται από είδη του γένους Colletotrichum. Η ασθένεια μπορεί να προκαλέσει πρόωρη πτώση και σήψη των καρπών, ενώ οι προσβεβλημένες ελιές μπορούν να οδηγήσουν και σε σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας του ελαιολάδου.
Γιατί μας ενδιαφέρει η ανθράκωση από τον Αύγουστο
Η σημασία του Αυγούστου δεν βρίσκεται στο ότι τότε εμφανίζονται απαραίτητα οι χαρακτηριστικές σήψεις των καρπών. Το σημαντικό είναι ότι από αυτή την περίοδο ο παραγωγός πρέπει να μπει σε κατάσταση παρακολούθησης, καθώς η εξέλιξη της ωρίμανσης θα συμπέσει αργότερα με τις φθινοπωρινές καιρικές συνθήκες.
Η ανθράκωση ευνοείται από την υψηλή υγρασία και τις βροχοπτώσεις. Όταν οι βροχές συμπέσουν με την περίοδο ωρίμανσης του ελαιοκάρπου, οι συνθήκες μπορούν να γίνουν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάπτυξη και τη διασπορά του παθογόνου. Σε περιοχές με ιστορικό προσβολών, επομένως, η παρακολούθηση πρέπει να ξεκινά πριν εμφανιστούν εκτεταμένα συμπτώματα.
Με άλλα λόγια, ο Αύγουστος είναι μήνας προετοιμασίας και επαγρύπνησης, όχι αυτόματα μήνας επέμβασης.
Ποιοι ελαιώνες χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή
Ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος σε όλους τους ελαιώνες. Μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται όταν υπάρχει συνδυασμός παραγόντων όπως:
- ιστορικό ανθράκωσης στον συγκεκριμένο ελαιώνα,
- παρουσία μουμιοποιημένων ή προσβεβλημένων καρπών από την προηγούμενη περίοδο,
- πυκνή κόμη και ανεπαρκής αερισμός,
- περιοχή με συχνές φθινοπωρινές βροχοπτώσεις,
- ευαίσθητη ποικιλία,
- τραυματισμοί των καρπών και άλλες προσβολές που μπορούν να διευκολύνουν τη μόλυνση.
Η ύπαρξη διαθέσιμου μολύσματος έχει ιδιαίτερη σημασία. Επομένως, ένας ελαιώνας που παρουσίασε έντονη ανθράκωση την προηγούμενη χρονιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται τον Αύγουστο με τον ίδιο τρόπο όπως ένας ελαιώνας χωρίς ιστορικό της ασθένειας.
Τι πρέπει να ελέγξει τώρα ο παραγωγός
Η πρώτη πρακτική κίνηση είναι η επιθεώρηση του ελαιώνα.
Ο παραγωγός μπορεί να ελέγξει αντιπροσωπευτικά δέντρα και να αναζητήσει:
- παλιούς μουμιοποιημένους καρπούς που παραμένουν πάνω στην κόμη,
- προσβεβλημένους ή ξηρούς κλαδίσκους,
- ύποπτες κηλίδες στους καρπούς,
- προβλήματα στον αερισμό του εσωτερικού της κόμης,
- εντομολογικές προσβολές και τραυματισμούς των καρπών.
Η παρακολούθηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν συνδυάζεται με την εξέλιξη του καιρού. Η παρουσία βροχών και παρατεταμένης υγρασίας κατά την ωρίμανση αλλάζει σημαντικά την εκτίμηση του κινδύνου.
Η ανθράκωση μπορεί να έχει ξεκινήσει πριν φανούν τα συμπτώματα
Ένα σημαντικό στοιχείο της βιολογίας της ασθένειας είναι ότι η απουσία ορατών συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία του παθογόνου.
Έχουν καταγραφεί Colletotrichum spp. σε ασυμπτωματικούς καρπούς, ενώ η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει ότι διαφορετικά είδη και στελέχη μπορούν να παρουσιάζουν διαφορετική παθογόνο συμπεριφορά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη φυτοπροστασία, καθώς οι μολύνσεις μπορεί να προηγούνται της εμφάνισης των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων.
Συνεπώς, ο παραγωγός δεν πρέπει να περιμένει να εμφανιστούν μαζικές σήψεις για να θεωρήσει ότι ο ελαιώνας βρίσκεται σε κίνδυνο.
Τι συμβαίνει όταν ξεκινήσουν οι βροχές
Η βροχή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την εξάπλωση της ανθράκωσης, καθώς συμβάλλει στη μεταφορά του μολύσματος από τις πηγές μόλυνσης προς τους υγιείς καρπούς.
Όταν οι βροχοπτώσεις συνδυάζονται με καρπούς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ωρίμανσης και με υψηλή υγρασία, οι συνθήκες γίνονται περισσότερο ευνοϊκές για την ανάπτυξη της ασθένειας. Για τον λόγο αυτό, οι καιρικές προβλέψεις αποκτούν πρακτική αξία για την απόφαση σχετικά με την ανάγκη φυτοπροστατευτικής παρέμβασης.
Απομάκρυνση των πηγών μολύσματος
Οι προσβεβλημένοι και μουμιοποιημένοι καρποί δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αδιάφορα υπολείμματα της προηγούμενης παραγωγής.
Η παρουσία τους μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση του παθογόνου μέσα στον ελαιώνα. Για αυτό, η απομάκρυνση των έντονα προσβεβλημένων καρπών και των προσβεβλημένων φυτικών τμημάτων αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ολοκληρωμένης διαχείρισης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρακτική αυτή στους ελαιώνες όπου έχει καταγραφεί σοβαρή προσβολή κατά την προηγούμενη περίοδο.
Το κλάδεμα παίζει ρόλο
Η διαμόρφωση μιας κόμης με καλό αερισμό και φωτισμό είναι σημαντική για τον περιορισμό των συνθηκών που ευνοούν τις μυκητολογικές ασθένειες.
Σε έναν πολύ πυκνό ελαιώνα η υγρασία μπορεί να παραμένει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο εσωτερικό της κόμης. Επομένως, το κατάλληλο κλάδεμα αποτελεί προληπτικό εργαλείο που πρέπει να εντάσσεται στη συνολική διαχείριση του ελαιώνα.
Το κλάδεμα, βέβαια, δεν αποτελεί μέτρο που εφαρμόζεται αποκλειστικά τον Αύγουστο. Είναι μέρος της ετήσιας καλλιεργητικής διαχείρισης και έχει ιδιαίτερη αξία όταν ο ελαιώνας έχει ιστορικό μυκητολογικών προσβολών.
Η ποικιλία επηρεάζει τον κίνδυνο
Η συμπεριφορά των ποικιλιών απέναντι στην ανθράκωση δεν είναι ίδια.
Πρόσφατη ελληνική μελέτη εξέτασε 12 ελληνικές ποικιλίες και στελέχη Colletotrichum που απομονώθηκαν από ελαιώνες της Πελοποννήσου. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικές διαφορές στην ευαισθησία, με την Αθηνολιά και τη Μεγαρίτικη να εμφανίζουν υψηλή ανεκτικότητα απέναντι στην πλειονότητα των εξεταζόμενων στελεχών. Αντίθετα, μεταξύ των ποικιλιών που παρουσίασαν μεγαλύτερη ευαισθησία στο συγκεκριμένο πειραματικό υλικό ήταν η Κορωνέικη και η Καλαμών.
Τα αποτελέσματα αυτά δεν σημαίνουν ότι μια ποικιλία έχει την ίδια συμπεριφορά σε όλες τις περιοχές. Η σχέση ποικιλίας–παθογόνου είναι πιο σύνθετη και επηρεάζεται από το είδος και το στέλεχος του Colletotrichum που επικρατεί σε κάθε περιοχή.
Προσοχή στην άρδευση
Η διαχείριση της άρδευσης πρέπει να γίνεται με βάση τις πραγματικές ανάγκες της καλλιέργειας και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Σε περιόδους κατά τις οποίες αυξάνεται η φυσική υγρασία, η αποφυγή αδικαιολόγητων υπερβολικών αρδεύσεων είναι μέρος μιας ορθολογικής διαχείρισης. Δεν σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να διακοπεί η άρδευση επειδή υπάρχει πιθανότητα ανθράκωσης.
Ο στόχος είναι να αποφεύγεται η δημιουργία περιττά υγρών συνθηκών, χωρίς να προκαλείται υδατική καταπόνηση στα δέντρα.
Προστασία από τον δάκο και τους τραυματισμούς
Η προστασία του καρπού από εντομολογικές προσβολές αποτελεί επίσης μέρος της συνολικής στρατηγικής.
Ο παραγωγός θα πρέπει να παρακολουθεί τον δάκο της ελιάς και να εφαρμόζει τα προβλεπόμενα μέτρα φυτοπροστασίας όταν απαιτείται. Οι τραυματισμοί του καρπού μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές θέσεις για εγκατάσταση παθογόνων και επομένως η ολοκληρωμένη διαχείριση των εχθρών της καλλιέργειας έχει σημασία και για τη συνολική φυτοϋγειονομική κατάσταση του ελαιώνα.
Πότε πρέπει να σκεφτεί τη φυτοπροστατευτική επέμβαση
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Δεν σημαίνει ότι επειδή βρισκόμαστε στον Αύγουστο πρέπει να γίνει προληπτικά ένας ψεκασμός σε κάθε ελαιώνα.
Η απόφαση πρέπει να βασίζεται στον συνδυασμό:
- του ιστορικού της ασθένειας στον ελαιώνα,
- της παρουσίας διαθέσιμου μολύσματος,
- της ποικιλίας,
- του σταδίου ωρίμανσης του καρπού,
- των καιρικών συνθηκών και κυρίως των βροχοπτώσεων και της υγρασίας,
- της παρουσίας ή απουσίας συμπτωμάτων.
Η διεθνής και ελληνική έρευνα υποστηρίζει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στη διαχείριση της ανθράκωσης, αντί της αποκλειστικής εξάρτησης από χημικές επεμβάσεις.
Εφόσον κριθεί απαραίτητη μια φυτοπροστατευτική επέμβαση, πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά προϊόν εγκεκριμένο στην Ελλάδα για τη συγκεκριμένη χρήση, σύμφωνα με το ισχύον Μητρώο Φυτοπροστατευτικών Προϊόντων και την ετικέτα του σκευάσματος.
Η συγκομιδή μπορεί να γίνει εργαλείο διαχείρισης
Σε ελαιώνες όπου η ανθράκωση εμφανίζεται συστηματικά και οι καιρικές συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξή της, η έγκαιρη συγκομιδή μπορεί να περιορίσει τον χρόνο κατά τον οποίο οι καρποί παραμένουν εκτεθειμένοι σε ευνοϊκές συνθήκες προσβολής.
Η επιλογή, ωστόσο, πρέπει να γίνεται με βάση τον επιθυμητό βαθμό ωρίμανσης, την ποικιλία, τις αποδόσεις και τον στόχο ποιότητας του παραγωγού. Δεν αποτελεί από μόνη της λύση για την ασθένεια, αλλά μπορεί να αποτελέσει ένα από τα μέτρα μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής.
www.olivenews.gr
Πηγές
- Angeli, C., Tsalgatidou, P.C., Tsafouros, A. et al. (2024). Genetic and Phytopathogenic Characterization of Endemic Colletotrichum Isolates in Major Olive Cultivars of Greece. Horticulturae, 10(8), 847.
- Moral, J., Agustí-Brisach, C., Raya, M.C. et al. (2021). Diversity of Colletotrichum Species Associated with Olive Anthracnose Worldwide. Journal of Fungi, 7(9), 741.
- Varveri, M., Papageorgiou, A.G. & Tsitsigiannis, D.I. (2024). Evaluation of Biological Plant Protection Products for Their Ability to Induce Olive Innate Immune Mechanisms and Control Colletotrichum acutatum, the Causal Agent of Olive Anthracnose. Plants, 13(6), 878.
- Ελιά & Ελαιόλαδο, τεύχος 87, Βασιλική Καράπαπα, Γεωπόνος – Φυτοπαθολόγος Ph.D








