ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Τις απόψεις τους για την καλλιέργεια του κρεμμυδιού και σκόρδου αλλά και την πορεία της αγοράς που επικρατεί στα συγκεκριμένα προϊόντα, αναλύουν στην «ΑγροΕκφραση», παραγωγοί και καλλιεργητές των προϊόντων, εκφράζοντας τις βιωματικές καταστάσεις του κλάδου και τα εν γένει προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Ας τα δούμε λοιπόν, πιο αναλυτικά:
Δυστυχώς η πανδημία του Κορωνοϊού αλλά και η μειωμένη αγοραστική ζήτηση έχουν αλλάξει άρδην την πορεία των αγροτικών προϊόντων, τα οποία σχεδόν στο σύνολό τους κινούνται με διψήφιες απώλειες από πλευράς ζήτησης μας λέει η αγρότισσα από την Χρυσούπολη, κα. Αννα Καραμιχάλη.
Σύμφωνα με την ίδια λοιπόν, οι απώλειες στο πράσινο κρεμμυδάκι που η ίδια καλλιεργεί είναι από 30% έως και 40%, κάτι που δεν ισχύει στο ξερό προϊόν το οποίο κινείται ανοδικά και δείχνει σημαντικές αντιστάσεις και αντοχές στις δυσμενείς συνθήκες.
Ειδικότερα όσον αφορά το πράσινο κρεμμυδάκι οι τιμές κατά την ίδια κυμαίνονται για ένα ματσάκι των 100 γρ. έως και 150 γρ. από 50 έως και 80 λεπτά. Τιμή που την ίδια θεωρεί ότι υπολείπεται σημαντικά και λόγω του κόστους που έχει ανέβει αλλά και λόγω της φύρας που μπορεί να φτάνει και το 20% στο στρέμμα.
Παρόλα αυτά είναι μια καλλιέργεια που έχει προοπτική με σημαντικότερο πλεονέκτημα το γεγονός ότι μπορεί να καλλιεργηθεί 3 φορές σίγουρα μέσα στο χρόνο μπορεί και μία ακόμη. Όμως πρέπει να βρεθεί μία λύση, υπογραμμίζει η κα. Άννα Καραμιχάλη με τα κόστη τα οποία αυξάνονται γεωμετρικά. Και δεν αναφέρεται μόνο στα κόστη της ενέργειας αλλά και στα λιπάσματα καθώς και στην πρώτη ύλη. Όπως μας είπε έχει ενημερωθεί ότι το σπόρος- κοκκάρι αυξήθηκε κατά 10% τουλάχιστον. Το κόστος για ένα σακί των 30 κιλών κυμαίνεται από 1,20 ευρώ έως και 2 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω υπογραμμίζει η ίδια, ο αγρότης για να καλύψει τις υποχρεώσεις του και να μπορέσει να στηρίξει και την καλλιέργεια του πρέπει η τιμή στο ματσάκι να ανέβει στο 1 ευρώ.

Για τιμές που δεν ανταποκρίνονται στα κόστη αλλά ούτε και στην ποιότητα του προϊόντος μας μίλησε ο κ. Φάνης Μπανές από το Πλατύκαμπο Λάρισας. Περιοχή που έχει πιστοποιηθεί παγκοσμίως για τα σκόρδα της. Σημειώνεται ότι στην περιοχή δραστηριοποιούνται υπό τη σκέπη του Συνεταιρισμού 4 δυναμικές ομάδες παραγωγών και συγκεκριμένα από μία για το βαμβάκι, για τα δημητριακά, για τα όσπρια και για το σκόρδο.
Σύμφωνα λοιπόν με τον ίδιο αναφερόμενος στην πορεία του σκόρδου μας τόνισε ότι σε αυτή δεν υπήρχαν σημαντικές αυξομειώσεις στην ποσότητα που συγκομίστηκε συγκριτικά με άλλες εποχές, ενώ η τιμή παράμεινε χαμηλή.
Συγκεκριμένα η τιμή ήταν από 1,20 ευρώ το κιλό, μέχρι και 1,50 ευρώ το κιλό, ενώ κατά τον ίδιο θα έπρεπε να είναι πάνω από 2 ευρώ το κιλό. Όσον αφορά το κεφάλι (σκόρδο) ανάλογα με το μέγεθός του η τιμή για τον αγρότη κυμάνθηκε από 0,8 μέχρι 0,13 λεπτά τα πιο χονδρά, όταν θα έπρεπε η τιμή να είναι πάνω από 0,20 λεπτά.
Λόγω της μακρόχρονης παρουσίας του στην πρωτογενή παραγωγή οι τιμές που υπήρξαν στα κρεμμύδια ήταν για τα μεν ξερά στα 0,15 έως 0,17 λεπτά το κιλό, ενώ για τα φρέσκα η τιμή έφτασε στα 2 ευρώ το ματσάκι.
Το θέμα κατά τον ίδιο είναι ότι η Πολιτεία πρέπει άμεσα να βρει λύση σε δύο βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το σύνολο του αγροτικού κόσμου. Το πρώτο πρόβλημα αφορά κατά τον ίδιο την μαύρη εργασία. Όπως λέει ενώ ο αγρότης έχει την πρόθεση να πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές, έτσι όπως είναι οι γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι αποτρεπτικές. Όπως μας ανέφερε υπάρχουν φορείς όπως ο ΟΑΕΔ, ο ΟΓΑ αλλά και ο ΕΦΚΑ που μπορούν να αναζητήσουν και να δώσουν λύση στο πρόβλημα της μαύρης εργασίας. Για παράδειγμα, ο ΟΑΕΔ θα μπορούσες να δώσει κουπόνια στον παραγωγό κ.λπ. Σημειώνεται δε ότι η εργασία στο συνολικό καλλιεργητικό κόστος αντιπροσωπεύει το 60%.
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά τα κόστη. Όταν οι καλλιέργειες δεν στηρίζονται από την Πολιτεία και προκειμένου ο αγρότης να καλύψει τις υποχρεώσεις του και να έχει μια κάποια ρευστότητα θα παραγκωνίσει παραδοσιακές καλλιέργειες και θα στραφεί σε άλλες καλλιέργειες με βάση τα έσοδα που αφήνουν. Όμως το σκόρδο είναι μια δυναμική καλλιέργεια με προοπτική εξηγώντας έτσι και την πρόθεση Ιαπώνων να δημιουργήσουν μονάδα επεξεργασίας σκόρδου στη περιοχή.
Οι μεγάλες θερμοκρασίες του Καλοκαιριού προκάλεσαν μία μείωση στην παραγωγή του βιολογικού ξερού κρεμμυδιού μας λέει ο κ. Βασίλης Τάσιος από τη Κρύα Βρύση Πέλλας. Αυτό σημαίνει ότι ενώ περίμενε να συγκομίσει στο στρέμμα περί τους 2 τόνους προϊόν, τελικά η ποσότητα που μαζεύτηκε ήταν 1,5 με 1,6 τόνους.
Όσον αφορά την τιμή του προϊόντος αυτή κυμάνθηκε στα 2 ευρώ το κιλό, όταν όπως μας είπε ο ίδιος και με βάση το κοστολόγιο της καλλιέργειας θα έπρεπε να είναι στα 2,5 με 2,8 ευρώ το κιλό. Σχετικά με το χλωρό κρεμμύδι η τιμή που ο ίδιος πληρώθηκε το 2021 ήταν στα 75 λεπτά από 50 λεπτά το 2020.
Σαν καλλιέργεια το ξερό προϊόν κατά τον ίδιο δείχνει μεγαλύτερο δυναμισμό και δεν εμφανίζει μείωση στη ζήτησή του. Από την άλλη, στο χλωρό υπάρχει μείωση στη ζήτηση, ενώ σε αυτή την περίπτωση υπάρχει και μεγάλη φύρα, λόγω της ευαισθησίας του προϊόντος που μπορεί ανάλογα βεβαίως και με διάφορες παραμέτρους, όπως ο καιρός και οι ασθένειες οι απώλειες να φτάσουν ακόμη και το 25%.
Κύμα φυγής σε άλλες καλλιέργειες έχουν ξεκινήσει να δημιουργούν οι εξαιρετικά χαμηλές τιμές στο κρεμμύδι, μας είπαν παραγωγοί και το ενδιαφέρον πλέον συγκεντρώνεται σε προϊόντα χαμηλότερου ρίσκου με υψηλότερα έσοδα και λιγότερα κοστοβόρα. Την ίδια στιγμή μας μίλησαν για τις απώλειες στη ζήτηση στο πράσινο κρεμμύδι, αλλά και για το πως διαμορφώνονται οι προοπτικές στο σκόρδο, όπου το ελληνικό προϊόν έχει προσελκύσει το έντονο ενδιαφέρον Ιαπώνων επιχειρηματιών που ετοιμάζονται να δημιουργήσουν μονάδα στο Πλατύκαμπο της Λάρισας.
Είναι βέβαιο και ήδη έχει ξεκινήσει να φαίνεται η στροφή αρκετών καλλιεργητών σε άλλες καλλιέργειες πέραν του κρεμμυδιού, μας λέει ο κ. Γιάννης Ζαχαριάς, αγρότης από τη Λάρισα. Όπως μας επεσήμανε αρκετοί είναι αυτοί που ψάχνονται με καλλιέργειες όπου τα προϊόντα έχουν κάνει ράλι τιμών όλο το προηγούμενο διάστημα και εκτιμάται ότι αυτό θα συνεχίσει και στο μέλλον.
Άρα ο ίδιος αναμένει ότι θα ενταθεί η φυγή των αγροτών από το κρεμμύδι σε άλλα προϊόντα, όπως τα σιτηρά και το βαμβάκι τα οποία είναι λιγότερο κοστοβόρα, αποφέρουν περισσότερα έσοδα και είναι μικρότερου ρίσκου.
Στο κρεμμύδι, όπως υποστηρίζει και ο ίδιος το καλλιεργητικό κόστος ανέρχεται στα 600 ευρώ περίπου, εκ των οποίων το 60% είναι το εργατικό κόστος. Και αυτό κατά τον ίδιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα από τους αρμοδίους, προκειμένου να υποστηριχθεί ο πρωτογενής τομέας αλλά και οι αγρότες.
Όπως τονίζει το θεσμικό πλαίσιο έτσι όπως είναι δομημένο είναι σαθρό και πολυδαίδαλο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί από τους αγρότες και δυσχεραίνει περαιτέρω την δουλειά τους. Πρέπει λοιπόν να βρεθεί άμεση λύση και εδώ χρειάζεται πολιτική βούληση, έτσι ώστε να μπει και φρένο στην μαύρη εργασία.
Την ίδια στιγμή υπάρχει και θέμα με την τιμή η οποία είναι χαμηλή συγκριτικά με το κόστος που έχει η καλλιέργεια. Συγκεκριμένα οι τιμές στην λαχαναγορά πέρυσι για το συμβατικό κρεμμύδι ήταν από 25 έως 30 λεπτά το κιλό, ενώ από το χωράφι στα 20 λεπτά το κιλό. Και αναρωτιέται ο ίδιος με τα κόστη να έχουν αυξηθεί ήδη κατά 30% (άρδευση, λιπάσματα και καύσιμα) πως μπορεί ο αγρότης με τις προαναφερθείσες τιμές πληρωμής να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της καλλιέργειας.
Δέσποινα Καραγιαννοπούλου
ΕΝΤΥΠΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΓΡΟΕΚΦΡΑΣΗ