Το φετινό θέμα της Παγκόσμιας Ημέρας Δασών, «Δάση και Οικονομίες» (Forests and economies), υπενθυμίζει ότι τα δάση δεν αποτελούν μόνο φυσικό κεφάλαιο υψηλής περιβαλλοντικής αξίας, αλλά και θεμέλιο κοινωνικής συνοχής, παραγωγικής ανθεκτικότητας και βιώσιμης ανάπτυξης. Η συμβολή τους στην προστασία του εδάφους και των υδάτων, στη στήριξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, στην τοπική απασχόληση και στη διατήρηση της ζωής στην ύπαιθρο είναι πολυδιάστατη. Γι’ αυτό, η φετινή επέτειος οφείλει να λειτουργήσει ως αφετηρία για έναν σοβαρό επανασχεδιασμό της δασικής πολιτικής με όρους συνέχειας, τεκμηρίωσης και εθνικής ευθύνης.
Για τη χώρα μας, η σημερινή ημέρα αποτελεί αφορμή ουσιαστικού αναστοχασμού για την κατάσταση των ελληνικών δασών και για το κατά πόσο η Πολιτεία εισακούει πράγματι την τεκμηριωμένη φωνή της επιστήμης. Τα τελευταία χρόνια, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, ως θεσμοθετημένος σύμβουλος της Πολιτείας, έχει επανειλημμένα αναδείξει κρίσιμες αδυναμίες: από τις πιέσεις στα δασικά οικοσυστήματα λόγω ανταγωνιστικών χρήσεων γης και παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας, έως το ατελές θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση των δασών, τα υβριδικά σχήματα, την προδιαγεγραμμένη καύση, τους κανονισμούς πυροπροστασίας, τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης και τη χρόνια υποστελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών.
Η πραγματικότητα είναι ότι τα δάση δεν μπορούν να προστατευθούν με αποσπασματικές ρυθμίσεις, διοικητικό κατακερματισμό και μεταφορά κρίσιμων επιλογών μακριά από τον σκληρό πυρήνα της δασικής επιστήμης. Οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ετών, με κορυφαίο το τραύμα του Έβρου, κατέδειξαν ότι η πρόληψη, η διαχείριση της καύσιμης ύλης, η αντιπυρική θωράκιση και η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων απαιτούν ενιαίο σχεδιασμό, επιχειρησιακή συνέχεια και ενδυνάμωση της Δασικής Υπηρεσίας. Στην ίδια κατεύθυνση, οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται για επιλογές όπως η προδιαγεγραμμένη καύση ή για νέες μορφές ανάθεσης της διαχείρισης των δασών δεν εκκινούν από άρνηση κάθε αλλαγής αλλά εκκινούν από την ανάγκη να προηγείται η επιστημονική τεκμηρίωση, η θεσμική σαφήνεια και η εγγύηση του δημόσιου συμφέροντος.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα των τελευταίων ετών αναδεικνύουν πιο καθαρά τις θεσμικές αστοχίες. Στον Κανονισμό Πυροπροστασίας ακινήτων εντός ή πλησίον δασικών εκτάσεων, το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. ζήτησε συνολικότερη επανεξέταση βασικών προβλέψεων, ενώ επισήμανε και την ανάγκη οι σχετικές τεχνικές εκθέσεις να μπορούν να συντάσσονται και από γεωτεχνικούς επιστήμονες. Στις παρεμβάσεις του για το νέο πλαίσιο διαχείρισης των δασών και για συναφείς ρυθμίσεις της κλιματικής νομοθεσίας, ανέδειξε τους κινδύνους από την ασάφεια ρόλων και την απομάκρυνση κρίσιμων αρμοδιοτήτων από τον δημόσιο κορμό της Δασικής Υπηρεσίας. Παράλληλα, στις απόψεις του για το υπό διαμόρφωση πλαίσιο αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών υπογράμμισε ότι ζητήματα όπως η προδιαγεγραμμένη καύση δεν μπορούν να εισάγονται χωρίς επαρκή διάλογο και σαφή επιστημονικά πρωτόκολλα.
Αντίστοιχα, ζητήματα που εμφανίζονται ως «δευτερεύοντα» αποτυπώνουν βαθύτερες στρεβλώσεις. Η συζήτηση για την πικροδάφνη ανέδειξε πόσο εύκολα η δημόσια πολιτική μπορεί να διολισθήσει σε οριζόντιες και βεβιασμένες προσεγγίσεις, όταν παραμερίζεται η αναγκαία επιστημονική στάθμιση. Η πολυετής εκκρεμότητα στα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, την οποία το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. έχει επανειλημμένα στηλιτεύσει, επιβαρύνει την ορθολογική διαχείριση του χώρου και την καθημερινότητα των κτηνοτρόφων ενώ είναι πλέον ευρέως γνωστή και η διασύνδεση της με σύμπλοκα και εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα όπως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ακόμη και σε τεχνικά ζητήματα, όπως το αμοιβολόγιο των δασικών διαχειριστικών μελετών, οι παρεμβάσεις του Επιμελητηρίου έδειξαν ότι χωρίς ρεαλιστικούς και εφαρμόσιμους όρους δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρός σχεδιασμός. Και βεβαίως η διαρκής επιβάρυνση της υπαίθρου, σε συνδυασμό με τα ευρύτερα προβλήματα του αγροτικού και του κτηνοτροφικού τομέα, αποδυναμώνει τελικά και τη ζωντανή σχέση της κοινωνίας με το δάσος αφού απομειώνεται ολοένα ο υγιής δασικός χώρος χωρίς ζωντανή ορεινή και ημιορεινή ύπαιθρο.
Αυτή λοιπόν η διαρκής παρουσία του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. δεν είναι συγκυριακή, είναι έκφραση του θεσμικού του ρόλου και της ευθύνης του απέναντι στην κοινωνία και στον πρωτογενή τομέα. Με δημόσιες παρεμβάσεις, υπομνήματα, ημερίδες, πορίσματα και τεχνικές προτάσεις επιχείρησε να κρατήσει ανοιχτό τον θεσμικό δρόμο της τεκμηρίωσης και του διαλόγου. Γι’ αυτό και προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ο επιστημονικός κόσμος δεν εισακούεται όσο θα έπρεπε, ενώ ακόμη και ο επίσημος σύμβουλος της Πολιτείας συναντά δυστοκία στην ανταπόκριση σε επανειλημμένες εκκλήσεις του για ουσιαστικές θεσμικές συναντήσεις με τα συναρμόδια υπουργεία.
Και όμως, παρά τη δυσκολία της συγκυρίας, υπάρχουν βάσιμες αιτίες ελπίδας. Η πρώτη είναι η ίδια η αντοχή των ελληνικών δασικών οικοσυστημάτων, όταν αυτά αντιμετωπίζονται με γνώση, μέτρο και συνέχεια. Η δεύτερη είναι το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας: οι δασολόγοι και συνολικά τα στελέχη της Δασικής Υπηρεσίας, που διαχρονικά υπηρέτησαν την προστασία, τη διαχείριση και την αναγέννηση του δασικού χώρου με αίσθημα ευθύνης, συχνά υπό δυσμενείς συνθήκες. Στο πρόσωπό τους συμπυκνώνεται πολύτιμη διοικητική μνήμη, επιστημονική επάρκεια και δημόσια προσφορά που η Πολιτεία οφείλει να εμπιστευθεί και να ενισχύσει. Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Δασών επομένως, σίγουρα δεν πρέπει να παραμείνει μόνον μια ακόμη ημέρα επετειακού εορτασμού αλλά φυσικά ούτε απλά μια ημέρα υπενθύμισης των προβλημάτων. Μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ημέρα ευθύνης για μια αναγκαία επανεκκίνηση: με ισχυρές Δασικές Υπηρεσίες, με σεβασμό στην επιστημονική γνώση, με συνεκτική δασική πολιτική, με στήριξη της αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας στην ύπαιθρο και με σταθερό προσανατολισμό στο δημόσιο συμφέρον. Αυτός είναι ο δρόμος για να πάψουμε να διαχειριζόμαστε απλώς τις συνέπειες και να περάσουμε, επιτέλους, στη σοβαρή και μακρόπνοη φροντίδα των ελληνικών δ















