Tου Ιωάννη Βεβελάκη*
Τα λιπάσματα είναι η τροφή του φυτού -στον ΣΠΕΛ τα λέμε η τροφή της τροφής μας- και είναι απαραίτητα για την αντικατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που απομακρύνονται από το έδαφος μετά τη συγκομιδή. Καλλιέργειες χωρίς λίπασμα θα υποβαθμίσουν το έδαφος, εξαντλώντας το και η παραγωγή θα μειωθεί λόγω ελλείψεων σε θρεπτικά στοιχεία.
Από την άλλη μεριά, το λίπασμα έχει ιδιαίτερα ελαστική ζήτηση: Επειδή τα αποτελέσματά του δεν είναι άμεσα ορατά, ο αγρότης προτιμά σε περιόδους υψηλών τιμών να το μειώσει ή ακόμα και να μην το χρησιμοποιήσει προκειμένου να εξοικονομήσει χρήματα για άλλες εισροές, παρόλο που η συμμετοχή του στο κόστος είναι σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ από 7-10%, ανάλογα την καλλιέργεια.
Από την εποχή της έναρξης του πολέμου Ουκρανίας-Ρωσίας, οι τιμές των λιπασμάτων αυξήθηκαν δραματικά, τόσο λόγω της αύξησης της τιμής του φυσικού αερίου, όσο και λόγω των κυρώσεων στη Ρωσία και της επιβολής δασμών στα παραγόμενα εκεί λιπάσματα. Σημειώνουμε ότι τα Ρώσικα λιπάσματα συμμετείχαν κατά 30% περίπου στις εισαγωγές λιπασμάτων στην ΕΕ. Ειδικά για την Ελλάδα, όλες οι πρώτες ύλες για παραγωγή λιπασμάτων είναι εισαγόμενες και άρα το κόστος δεν ελέγχεται σε τοπικό επίπεδο.
Με τη έναρξη του πολέμου στον Κόλπο, το κόστος εκτοξεύτηκε για μια ακόμη φορά. Πέρα από την αμμωνία, η μεγάλη έλλειψη σε θείο- που είναι βασικό στοιχείο επεξεργασίας των πετρωμάτων φωσφόρου μέσω του θειικού οξέος- εκτόξευσε τις τιμές και των φωσφορούχων λιπασμάτων. Επίσης, από τις αρχές του 2026 ένα πρόσθετο κόστος εισαγωγής από τρίτες χώρες, ο λεγόμενος φόρος άνθρακα – CBAM – υπολογίζεται ότι συμμετέχει κατά 25% στις αυξήσεις αυτών των προϊόντων.
Το αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι παραγωγοί σιτηρών και ελιάς, που είναι οι πρώτες καλλιέργειες που θα λιπανθούν το τελευταίο τρίμηνο του έτους, θα συναντήσουν αυξήσεις που συγκριτικά με πέρυσι φτάνουν το 35-40%, ανάλογα με τον τύπο του λιπάσματος. Αντίστοιχα, οι τιμές του σκληρού σίτου, αλλά και του λαδιού θα κυμανθούν σε τιμές χαμηλότερες από τον περσυνό Οκτώβριο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον μειωμένης ρευστότητας.
Αν στα παραπάνω συνυπολογίσουμε και την καθυστέρηση των επιδοτήσεων για τους γνωστούς λόγους, το περιβάλλον είναι εντελώς εχθρικό για την εφαρμογή των απαραίτητων ποσοτήτων λιπασμάτων.
Ο κίνδυνος είναι δεδομένος: Αν δεν εφαρμοστεί η απαραίτητη λίπανση η παραγωγή της επόμενης χρονιάς θα επηρεαστεί αρνητικά, και αυτό δεν θα είναι κακό μόνο για τους αγρότες, αλλά και για την εθνική οικονομία, αφού και τα δύο αυτά προϊόντα έχουν σημαντικό μερίδιο στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων της χώρας.
Η λύση: πάνω από 70 επιχειρήσεις παραγωγής ή/και διανομής λιπασμάτων και 2500 περίπου σημεία λιανικής πώλησης, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον πολύ έντονου ανταγωνισμού, όπου οι τιμές καταναλωτή πιέζονται και πολλές φορές είναι χαμηλότερες από όλη την Ευρώπη. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο αρνητικό περιβάλλον χρειάζεται και μια πρόσθετη βοήθεια: μία κρατική ώθηση, που θα αμβλύνει τις επιπτώσεις του αυξημένου κόστους και της μειωμένης ρευστότητας. Ο ΣΠΕΛ πιστεύει ότι θα πρέπει να συνεχιστεί η επιδότηση του 15% για την αγορά λιπασμάτων που εφαρμόστηκε από Μάρτιο έως Αύγουστο. Το μέτρο αποτέλεσε ένα ελάχιστο βοήθημα της πολιτείας στους ανθρώπους, που παράγουν την τροφή μας και θα έχει σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η αναμενόμενη υπολίπανση στη συγκεκριμένη περίοδο.
Το μέτρο εφαρμόζεται στα πλαίσια ενός κονδυλίου 540 εκατ. ευρώ της ΕΕ για όλες της ευρωπαϊκές χώρες, που όμως κάθε χώρα έχει δικαίωμα αύξησης έως και 200% του μεριδίου που της αναλογεί.
* Διευθύνων Σύμβουλος της EuroChem Ελλάς Α.Ε. και νυν Γενικός Γραμματέας, τέως πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών και Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ).
Πηγή: capital.gr










