Η κινεζική αγορά ελαιολάδου αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, δημιουργώντας προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγές. Σύμφωνα με το Γραφείο ΟΕΥ Σαγκάης, το 2024, η αξία της αγοράς ανήλθε σε περίπου 1,06 δισ. ευρώ, με τις εισαγωγές να καλύπτουν το 91% της ζήτησης. Παρά την κυριαρχία της Ισπανίας και της Ιταλίας, το ελληνικό ελαιόλαδο, αν και περιορισμένο σε μερίδιο, προσελκύει ολοένα και περισσότερους καταναλωτές υψηλού εισοδήματος, χάρη στην ποιότητα και το μεσογειακό του προφίλ. Η Ελλάδα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, με 250.000 τόνους το 2024, εκ των οποίων το 82% είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο. Ωστόσο, οι εξαγωγές της προς την Κίνα παραμένουν χαμηλές και παρουσιάζουν πτωτική τάση. Το 2024, οι ποσότητες περιορίστηκαν μόλις σε 2.000 κιλά, με αξία 18.200 ευρώ.
Η πτώση αυτή συνδέεται με την περιορισμένη προβολή ελληνικών εμπορικών σημάτων, την έλλειψη οργανωμένων δικτύων διανομής και τις επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων που μείωσαν την εγχώρια παραγωγή κατά άνω του 40%. Παρά τα εμπόδια, οι προοπτικές είναι σημαντικές. Η κατανάλωση ελαιολάδου στην Κίνα αντιπροσωπεύει λιγότερο από 2% της συνολικής κατανάλωσης φυτικών ελαίων, αφήνοντας μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης. Επιπλέον, η άνοδος της μεσαίας τάξης και η στροφή προς υγιεινή διατροφή δημιουργούν ευκαιρίες για το ελληνικό ελαιόλαδο, ιδίως μέσω συνεργασιών με πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Με το λιμάνι του Πειραιά να αποτελεί κομβικό σημείο για τις κινεζικές εισαγωγές, αλλά και τη στενή συνεργασία Ελλάδας-Κίνας στο πλαίσιο της «Ζώνης και Δρόμου», το ελληνικό ελαιόλαδο έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει το αποτύπωμά του στην ασιατική αγορά
