«Πριν από 50 χρόνια, στην Ολλανδία υπήρχαν 1.000 φάρμες μανιταριών· τώρα, έχουν μειωθεί σε περίπου 200. Νομίζω ότι σε 10 χρόνια η Ολλανδία θα καλλιεργεί μανιτάρια κυρίως για τη δική της αγορά, καθώς λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής, δεν θα είναι εμπορικά αποτελεσματικό να εξάγονται μανιτάρια από την Ολλανδία. Στην πραγματικότητα, αυτό μπορεί να ισχύει ήδη, εκτός αν ανακαλύψουμε εργαλεία συγκομιδής που θα εξαλείψουν τους συλλέκτες από την εφοδιαστική αλυσίδα των μανιταριών, καθώς η συγκομιδή παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα έξοδα σε κάθε ολλανδική –αλλά και γερμανική- φάρμα μανιταριών». Η παραπάνω δήλωση που έγινε πρόσφατα και ανήκει στον κ. Ruud Coolen, Ολλανδό τεχνικό παραγωγής που μετανάστευσε από την Ολλανδία για να δουλέψει στην γερμανική εταιρεία Pilzland, μας τράβηξε την προσοχή. Έτσι, αποφασίσαμε να ψάξουμε λίγο περισσότερο πώς είναι δυνατόν η Ολλανδία, με τις τόσο σύγχρονες τεχνολογικά μονάδες, να υστερεί στην παραγωγή ενός τόσο απαιτητικού και ταυτόχρονα ανοδικού εμπορικά προϊόντος.
Η απάντηση βρίσκεται στην ενέργεια
Αναζητώντας πληροφορίες γύρω από αυτό το ενδιαφέρον θέμα, βρήκαμε μία λίγο παλαιότερη συνέντευξη του κ. Rik Spronk, διευθυντή της ολλανδικής εταιρείας Spronk Champignons, η οποία κάθε εβδομάδα εμπορεύεται 150 τόνους λευκών και καστανών μανιταριών, Shiitake, Πλευρώτους και Portobello. Ο κ. Spronk περιγράφει ότι ο κλάδος των μανιταριών –τουλάχιστον στην Ολλανδία- αντιμετωπίζει από το 2022 σημαντικές αυξήσεις στις τιμές κόστους, λόγω της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας: «Οι τιμές κόστους εκτοξεύτηκαν στα ύψη· έτσι, ήταν –κι εξακολουθεί να είναι- πρόκληση για τους καλλιεργητές να έχουν καλές τιμές, καθώς η αγορά πρέπει να είναι πρόθυμη να τις πληρώσει».
Ανταγωνισμός από Πολωνία…
Οι δηλώσεις του κ. Spronk είναι πιο αναλυτικές, επιβεβαιώνοντας βέβαια τη λακωνική διαπίστωση του κ. Coolen. Η κατάσταση των τιμών επηρεάζει επίσης τις ολλανδικές εξαγωγές μανιταριών, με την Πολωνία να είναι ο κύριος ανταγωνιστής της στην παραγωγή μανιταριών. Ο διευθυντής της Spronk Champignons ομολογεί πως: «…δεν πρέπει να υποτιμούμε την επιρροή αυτής της χώρας. Μπορούν ακόμη -δυστυχώς για εμάς- να παράγουν πολύ φθηνότερα». Ωστόσο, ενώ τα πολωνικά μανιτάρια είναι φθηνότερα, ο κ. Spronk σημειώνει ότι οι ολλανδικές εταιρείες είναι πιο αξιόπιστες κι ευέλικτες: «Οι ολλανδικές εταιρείες μπορούν να μιλήσουν με τον πελάτη σήμερα και να παραδώσουν τα μανιτάρια αύριο, ενώ η τακτοποίηση των πολωνικών μανιταριών διαρκεί δύο έως τέσσερις ημέρες», αναφέρει, προσθέτοντας ότι αυτό θα μπορούσε να ωφελήσει τα ολλανδικά μανιτάρια, καθώς: «…οι βραχυπρόθεσμοι, ημερήσιοι αγοραστές του εμπορίου, είναι μερικές φορές πρόθυμοι να πληρώσουν λίγο περισσότερο».
…και ντόπιες παραγωγές σε χώρες εξαγωγής
Παρόλα αυτά, ο Ολλανδός εξαγωγέας βλέπει ότι η τοπική καλλιέργεια αυξάνεται σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, λόγω της προτίμησης των εκεί καταναλωτών για τοπικά προϊόντα σε σχέση με τα εισαγόμενα. Επιπλέον, τα μανιτάρια τοπικής καλλιέργειας προσφέρονται φθηνότερα στην αγορά από αυτά που καλλιεργούνται στην Ολλανδία, παρόλο που είναι πιο ακριβά στην παραγωγή τους. «Με τον καιρό, οι εξαγωγές θα αρχίσουν να μειώνονται, καθώς τα τοπικά προϊόντα επιλέγονται όλο και περισσότερο», εκτιμά ο ίδιος, αν κι αμφιβάλλει ότι οι ολλανδικές εξαγωγές μανιταριών θα εξαφανιστούν. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη Γαλλία, διευκρινίζει πως δεν θα είναι αυτάρκης σε μανιτάρια, επομένως θα εξαρτάται από τις εισαγωγές.
Σκληρή πάλη για τις πωλήσεις και συγκεντροποίηση της παραγωγής
Συνοψίζοντας την τρέχουσα πραγματικότητα της θέσης των ολλανδικών εξαγωγών μανιταριών στην Ευρώπη, στη δυναμική της εξέλιξη, ο κ. Spronk ομολογεί πως: «…παλεύουμε σκληρά για τις εξαγωγές, επειδή θέλουμε να παραμείνουμε όσο το δυνατόν ευρύτερα προσανατολισμένοι στην Ευρώπη». Ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει την άποψη του διευθυντή της Spronk Champignons, ότι το μεγαλύτερο μέρος των μανιταριών που καλλιεργούνται στην Ολλανδία θα παραμείνει, αν και μάλλον –όπως εξάγεται από τα λεγόμενα του- αυτό θα επέλθει μέσα από τη συγκεντροποίηση του κλάδου. Συγκεκριμένα, ο Ολλανδός εξαγωγέας αναμένει ότι ο αριθμός των Ολλανδών καλλιεργητών θα συνεχίσει να συρρικνώνεται, ενώ εξηγεί πως αυτό οφείλεται εν μέρει στο κόστος και εν μέρει στη γήρανση της τρέχουσας γενιάς καλλιεργητών μανιταριών, προσθέτοντας ότι μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις η νεότερη γενιά είναι πρόθυμη να αναλάβει την επιχείρηση. Σε άλλες περιπτώσεις δε, ο υψηλός φόρτος εργασίας (οι καλλιεργητές βρίσκονται επί τόπου επτά ημέρες την εβδομάδα για να επιβλέπουν την καλλιέργεια) εμποδίζει τη μεταβίβαση της εταιρείας τους.
Πηγή: περιοδικό ΦΡΟΥΤΟΝΕΑ












