AΡΘΡΟ
Απαγορευμένα στην Ευρώπη, αποδεκτα στις εισαγωγές;
Το παράδοξο με τα φυτοφάρμακα είναι ότι δραστικές ουσίες που απαγορεύεται στους Ευρωπαίους αγρότες μπορούν να χρησιμοποιούνται σε τρίτες χώρες και τα κατάλοιπά τους να παραμένουν νόμιμα στα προϊόντα που εισάγονται στην ΕΕ.
Ενα φυτοφάρμακο που απαγορεύεται για χρήση από τους Ευρωπαίους παραγωγούς, γιατί επιτρέπεται να υπάρχουν κατάλοιπά του στα τρόφιμα που εισάγονται στην ίδια ευρωπαϊκή αγορά;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Από τις πιπεριάς τις ντομάτες τα ροδάκινα και τα κεράσια της Τουρκίας και της Χιλής μέχρι τα πορτοκάλια της Βραζιλίας και τις πατάτες της Αιγύπτου, υπάρχουν δραστικές ουσίες που έχουν αποσυρθεί από την ευρωπαϊκή γεωργία, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται εκτός ΕΕ.
Η εξήγηση βρίσκεται στη διάκριση μεταξύ έγκρισης μιας δραστικής ουσίας και ανώτατου ορίου καταλοίπων (MRL).
Το MRL καθορίζει πόσο κατάλοιπο μιας ουσίας μπορεί να περιέχει νόμιμα ένα τρόφιμο που διατίθεται στην ευρωπαϊκή αγορά. Για τα εισαγόμενα προϊόντα, το όριο μπορεί να βασίζεται σε import tolerance, δηλαδή σε γεωργική πρακτική που εφαρμόζεται νόμιμα στη χώρα εξαγωγής, ή σε CXL του Codex Alimentarius, τα οποία στη συνέχεια ενσωματώνονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Έτσι, μια ουσία μπορεί να μην επιτρέπεται πλέον στους Ευρωπαίους παραγωγούς, αλλά να εξακολουθεί να υπάρχει νόμιμα ως κατάλοιπο σε εισαγόμενα προϊόντα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το spinetoram, εντομοκτόνο που χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων εναντίον της Drosophila suzukii.
Η έγκρισή του στην ΕΕ έληξε το 2025.
Την ίδια στιγμή, η ουσία χρησιμοποιείται κανονικά σε χώρες όπως η Χιλή, η Νότια Αφρική, η Αργεντινή και το Μαρόκο. Για τα προϊόντα απο αυτές τις χώρες υπάρχουν ευρωπαϊκά MRL, όπως 0,2 mg/kg στα βερίκοκα και 0,3 mg/kg στα ροδάκινα και νεκταρίνια.
Με απλά λόγια: ο Ευρωπαίος παραγωγός απαγορεύεται να χρησιμοποιήσει αυτή την ουσία, ενώ ο παραγωγός εκτός ΕΕ μπορεί να τη χρησιμοποιεί και να εξάγει στην ευρωπαϊκή αγορά, αρκεί το προϊόν να τηρεί το MRL.
Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται στην Τουρκία.
Η fenpyrazamine, μυκητοκτόνο που χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων σε ροδάκινα, δεν είναι πλέον εγκεκριμένο στην ΕΕ από τον Ιανουάριο του 2025. Παρόλα αυτά, το 2026 η ΕΕ διατήρησε ή επανέφερε MRL που βασίζονται σε CXL του Codex, μεταξύ άλλων 5 mg/kg σε ροδάκινα και βερίκοκα και 4 mg/kg σε κεράσια.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το flutriafol, του οποίου η ευρωπαϊκή έγκριση έληξε το 2021. Παρά την απαγόρευση χρήσης του στην ΕΕ, εξακολουθούν να υπάρχουν MRL για εισαγόμενα προϊόντα, όπως 0,6 mg/kg στα ροδάκινα και 1 mg/kg στα κεράσια, βάσει import tolerances.
Το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται και σε προϊόντα από χώρες με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη γεωργία.
Στη Βραζιλία, η δραστική propargite δεν είναι εγκεκριμένη στην ΕΕ από το 2011, αλλά για τα βραζιλιάνικα πορτοκάλια υπάρχει LMR 4 mg/kg, που βασίζεται σε import tolerance.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ασφάλεια
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης.
Η λογική του ισχύοντος συστήματος είναι:
Δεν επιτρέπεται στον Ευρωπαίο αγρότη να το χρησιμοποιήσει → αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να εισαχθεί τρόφιμο από χώρα όπου επιτρέπεται η χρήση του → εφόσον το υπόλειμμα βρίσκεται κάτω από το ευρωπαϊκό MRL/import tolerance.
Η ίδια η Επιτροπή εξηγεί ότι αυτό γίνεται επειδή οι τρίτες χώρες έχουν διαφορετικές καλλιεργητικές συνθήκες και ότι οι αιτήσεις import tolerance αξιολογούνται με διαδικασία εκτίμησης κινδύνου. �
Το γεγονός ότι ένα προϊόν βρίσκεται κάτω από το ευρωπαϊκό MRL σημαίνει ότι, με βάση την αξιολόγηση κινδύνου, το συγκεκριμένο επίπεδο καταλοίπου θεωρείται αποδεκτό για τον καταναλωτή. Δεν σημαίνει όμως ότι οι παραγωγικές συνθήκες στην Ευρώπη και στις τρίτες χώρες είναι ίδιες.
Ο Ευρωπαίος αγρότης καλείται να παράγει με ολοένα μικρότερο οπλοστάσιο εγκεκριμένων δραστικών ουσιών. Ο παραγωγός μιας τρίτης χώρας μπορεί, να συνεχίζει να χρησιμοποιεί ουσίες που έχουν αποσυρθεί από την ΕΕ και να εξάγει το προϊόν του στην ευρωπαϊκή αγορά.
Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση των ευρωπαϊκών προϊόντων σε πολλές τρίτες αγορές απαιτεί συχνά πολυετείς διαπραγματεύσεις, φυτοϋγειονομικά πρωτόκολλα, επιθεωρήσεις και ειδικές διαδικασίες πιστοποίησης.
Έτσι δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα για την ισοδυναμία των κανόνων:
Αν μια δραστική ουσία θεωρείται ακατάλληλη για χρήση από τον Ευρωπαίο παραγωγό, γιατί πρέπει να γίνεται αποδεκτό το κατάλοιπό MRL της σε ένα εισαγόμενο προϊόν που ανταγωνίζεται το δικό του;
Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα ασφάλειας τροφίμων. Είναι και ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση κρίνει ότι μια δραστική ουσία δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται από τους δικούς της παραγωγούς, δεν θα ήταν λογικό τα κατάλοιπα της ουσίας να μην γινόταν αποδεκτά και από τα εισαγόμενα προϊόντα
Πηγή: F/B Καλλιέργεια κηπευτικών και λαχανικών










