spot_img
spot_img

Σε άνοδο οι αγορές βιοκαλλιεργητών στην Ελλάδα

spot_img

Ο αριθμός των παραγωγών που συμμετέχουν σε οργανωμένες αγορές βιοκαλλιεργητών στην Ελλάδα ακολουθεί ανοδική τροχιά χρόνο με το χρόνο, ενώ αυξάνεται και ο αριθμός τέτοιων αγορών. Προς το παρόν, οργανωμένες αγορές βιοκαλλιεργητών λειτουργούν μόνο στην Αττική (24) και στη Θεσσαλονίκη (5). Ωστόσο, σύμφωνα με τη Δήμητρα Τσακίρη, πρόεδρο του Αυτοδιαχειριζόμενου Φορέα Βιολαϊκών Αγορών Αττικής, ο κλάδος βρίσκεται κοντά στην εξασφάλιση νέας νομοθεσίας που θα επιτρέπει την ίδρυση τέτοιων αγορών σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα.

«Η επέκταση των αγορών βιοκαλλιεργητών στην ύπαιθρο έχει μεγάλη σημασία. Αυτό θα δώσει σε περισσότερους καταναλωτές πρόσβαση σε πιστοποιημένα, οικονομικά προσιτά, φρέσκα και υψηλής ποιότητας προϊόντα. Παράλληλα, οι παραγωγοί που παραμένουν στις περιοχές τους για να πουλήσουν τα προϊόντα τους θα ελευθερώσουν χώρο στην Αττική ή τη Θεσσαλονίκη για να δραστηριοποιηθούν εκεί νέοι παραγωγοί. Αυτό θα έφερνε περισσότερους ανθρώπους στο επάγγελμα», τονίζει η Τσακίρη. Σύμφωνα με την ίδια, οι δήμοι της Αττικής αναμένεται να οριστικοποιήσουν την έγκριση τεσσάρων νέων αγορών βιοκαλλιεργητών, οι οποίες θα προστεθούν στις 24 αγορές που λειτουργούν αυτή τη στιγμή μέσα και γύρω από την πρωτεύουσα, στις οποίες συμμετέχουν 350 παραγωγοί.

Στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης λειτουργούν αυτή τη στιγμή πέντε αγορές βιοκαλλιεργητών με συνολικά 105 παραγωγούς, σύμφωνα με την Άννα Αϊβαζίδου, πρόεδρο του Αυτοδιαχειριζόμενου Φορέα Παραγωγών Βιολογικών Αγορών της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης. Η νεότερη αγορά άνοιξε πριν από οκτώ μήνες στη Θέρμη. Αυξάνεται και ο αριθμός των παραγωγών, με τον φορέα της Θεσσαλονίκης να καταγράφει 18 νέα μέλη το 2024, πέντε το 2025 και τρία μέχρι στιγμής το 2026.

Επειδή οι αγορές των βιοκαλλιεργητών εφοδιάζονται αποκλειστικά από τους ίδιους τους παραγωγούς και όχι από τους εμπόρους, ενώ τα προϊόντα που αγοράζονται δεν μπορούν να πωληθούν εκεί, το φάσμα των οπωροκηπευτικών που διατίθεται σε αυτές τις αγορές διαμορφώνεται έντονα από την εποχικότητα. Ωστόσο, η γεωγραφική εξάπλωση των παραγωγών εξασφαλίζει ευρεία προσφορά προϊόντων, αν και οι όγκοι μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την εποχή. Στη Θεσσαλονίκη κυριαρχούν τα προϊόντα από τη Βόρεια Ελλάδα, με τους παραγωγούς να ταξιδεύουν από περιοχές από την Πρέβεζα μέχρι την Καβάλα. Υπάρχουν επίσης λίγοι παραγωγοί που προέρχονται από την Αργολίδα και τα Χανιά. Στην Αττική, η συμμετοχή των παραγωγών είναι ευρύτερη, με αγρότες να καταφθάνουν από όλη την Ελλάδα. Οι καταναλωτές εκεί μπορούν να βρουν ακόμη και προϊόντα όπως dragon fruit και παπάγια από την Κρήτη.

Οι βιοπαραγωγοί που συμμετέχουν στις λαϊκές αγορές της Αττικής και της Θεσσαλονίκης πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις: να είναι παρόντες στους πάγκους τους, να πωλούν μόνο προϊόντα δικής τους παραγωγής, να είναι επαγγελματίες αγρότες και, φυσικά, να διαθέτουν βιολογική πιστοποίηση. Το σύστημα ελέγχου γνησιότητας για τους παραγωγούς βιολογικών προϊόντων και τα προϊόντα που πωλούνται σε αυτές τις αγορές λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Ως εκ τούτου, ο τομέας αυτός δεν ενεπλάκη στο πρόσφατο σκάνδαλο σχετικά με τις παράνομες επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν σε ψευδοπαραγωγούς υποτιθέμενων βιολογικών προϊόντων.

Οι παραγωγοί ελέγχονται από φορείς πιστοποίησης, τον Ελληνικό Γεωργικό Οργανισμό (ΕΛΓΟ), το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τις Περιφερειακές Αρχές. Παράλληλα, οι ίδιοι οι φορείς των παραγωγών βιολογικών προϊόντων διενεργούν συνεχείς ελέγχους των μελών τους, συμπεριλαμβανομένων δειγματοληψιών σε πάγκους και αγροκτήματα, σε συνεργασία με εργαστήρια εγκεκριμένα από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ).

Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Αϊβαζίδου, η ισχυρότερη δικλείδα ασφαλείας είναι η ίδια η φύση του επαγγέλματος των παραγωγών που συμμετέχουν στις αγορές των βιοκαλλιεργητών. «Οι παραγωγοί βιολογικών προϊόντων δεν περιμένουν να ζήσουν από τις επιδοτήσεις. Πρέπει να επιβιώσουν μέσω των προϊόντων τους. Οι άνθρωποι που επισκέπτονται τις αγορές τους τις γνωρίζουν, μιλούν μαζί τους και μπορούν να τις βρουν και να αγοράσουν τα προϊόντα τους απευθείας από τις φάρμες τους. Η δουλειά μας είναι ανοιχτή και ορατή στο κοινό», λέει.

Αναδεικνύοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα του επαγγέλματος, η Τσακίρη προσθέτει: «Δεν πρόκειται μόνο για την προσφορά στους καταναλωτές προσιτών και υψηλής ποιότητας προϊόντων, αλλά και για τη βοήθεια τους να αναπτύξουν μια συγκεκριμένη κουλτούρα. Η ανάπτυξη του διαδικτυακού εμπορίου απομακρύνει τους ανθρώπους από την πραγματικότητα της καθημερινής εργασίας ενός αγρότη και τους κάνει να πιστεύουν ότι τα προϊόντα εμφανίζονται με το απλό πάτημα ενός κουμπιού. Αυτό δεν ισχύει. Η παραγωγή μιας καλλιέργειας απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Η επίσκεψη σε μια αγορά βιοκαλλιεργητών βοηθά τους καταναλωτές να κατανοήσουν αυτήν την προσπάθεια, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν την επίγνωσή τους για την εποχικότητα — ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της προϊόντα και χαρακτηριστικά και ότι τα προϊόντα δεν είναι πανομοιότυπα αντίγραφα μεταξύ τους».

Τέλος, όπως σε κάθε τομέα της οικονομίας και της αγροτικής παραγωγής, το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί σημαντικά και στη βιολογική γεωργία. Οι εκπρόσωποι των παραγωγών βιολογικών προϊόντων λένε ότι προσπαθούν να αποτρέψουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη μετακύλιση αυτού του υψηλότερου κόστους στους καταναλωτές, ενώ καλούν την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για την ελάφρυνση του βάρους. Η κ. Αϊβαζίδου εκφράζει επίσης την αντίθεσή της στη συμφωνία Mercosur, καθώς και στις προτεινόμενες αλλαγές στην ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, χαρακτηρίζοντάς τες καταστροφικές για τη βιολογική παραγωγή.

Πηγή: FreshPlaza.comFotis Karabetsos

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ